ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

146ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1994

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 8531
Φύλλο στό PDF
18 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Το πρόβλημα του θανάτου — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
    ἀρχή: σελ. 8531 · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 146

Κείμενο φύλλου

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΝ Τὸ πρόύλημα τοῦ θανάτου 1. Ο θάνατος μυθολογικἀ Ὁ θάνατος κατὰ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία εἶναι γιὸς τοῦ Ἐρέδους χαὶ τῆς Νυχτὸς καὶ δίδυμος ἀδελφὸς τοῦ Ὕπνου. Καλλιτεχνικὰ παριστάνεται ὡς ἄσαρχο σχέλεθρο μὲ μαῦρα φτερά, ποὺ φέρει μαῦρο ἔνδυμα μὲ λευκὰ ἄστρα, χρατεῖ τόξο ἢἢ δρεπάνι καὶ ἱππεύει μαῦρο ἄλογο, σημάδι ὅτι εἶναι φοδερὸς πολεμιστής. Στὸ γνωστὸ ἀκριτικὸ τραγούδι τοῦ Διγενῆ οἱ ἀντίπαλοι ἐπῆγαν καὶ παλαίψανε. στὰ μαρμαρένι ̓ἁλώνια' κι ὅθε χτυπάει ὁ Διγενής, τὸ αἰμ” αὐλάκι κάνει" κι ὅθε χτυπάει ὁ Χάροντας, τὸ αἷμα τράφο κάνει. Συχνὰ ὡστόσο ὁ Χάρων χαρακτηρίζεται πονηρὸς καὶ ἄνανδρος, ποὺ χρησιμοποιεῖ τεχνάσματα, προχειμένου ν ̓ ἀποσπάση χλοπηδὸν τὶς ψυχές. ὋὉ Χάρος εἶναι πονηρός, πιτήδειος πρωτοκλέφτη ς, ποὺ ξέρ ̓ χλεφτοπατήματα, πονήριες γυναικῶνε, μᾶς πληροφορεῖ ἕν’ ἄλλο δημοτικὸ τραγούδι. Ἢ παράσταση τοῦ Χάροντος ὡς πορθμέως, ὅπως τὸν διακωμωδεῖ ὁ Λουκιανός, εἶναι παμπαλαία. Παλαιὰ ὡσαύτως εἶναι χι ἡ συνταύτιση τοῦ Χάροντος ἢ Χάρωνος μὲ τὸν “Αδη, ὁ ὁποῖος οὐσιαστικά ση μαίνει τὸν «Κάτω Κόσμο», τὸ δασίλειο τοῦ Πλούτωνος. Στὸν “Αδη ἔφθανὰν οἱ ψυχὲς διὰ τοῦ Ταινάρου μὲ τὴν θοήθεια τοῦ ψυχοπομποῦ θεοῦ, στὸν ὁποῖο κατέθαλλον οἱ νεκροὶ χόμιστρον, τὸ γνωστὸ «περατίχιον». Ὃ "Αδης χαρακτηρίζεται ὁ ἀπ’ τὸν Ὅμηρο ἐ ἐρεθώδης χι ἀπ’ τὸν λαὸ ὁἀραχνιασμένος. Κατὰ τὸν Πλάτωνα «σιδηροῖς κλείθροις καὶ χλεισὶν ὠχύρωται»' κατ’ ἄλλους ὅμως φυλάγεται μόνο ἀπ ̓ τὸν «πυλάρτην» Πλούτωνα ἢ ἀπ’ τὸν «πυλαῖον» Ἑρμῆ. Οἱ ̓Ορφικοὶ μετατόπισαν τὸ θασίλειο τῶν νεχρῶν ἀπ’ τὸν “Αδη στοὺς γαλαξίες, κι ἡ λέμθος τοῦ Χάροντος παρεχώρησε τὴ θέση της στοὺς ἔρωτες. Οἱ Ὄρφικο-μυστηριακοὶ μῦθοι τῆς Περσεφόνης καὶ τοῦ Πλούτωνος, τῆς Ὡρείθυιας καὶ τῶν Βορέα, τῆς Ἠοῦς καὶ τοῦ Κεφάλου, τοῦ Ἐνδυμίωνος καὶ τῆς Σελήνης, τοῦ Αδώνιδος καὶ τῆς ̓ Αφροδίτης εἶναι ἀλληγορικοὶ χαὶ συμθολίξουν τὸν ἔρωτα καὶ τὸ θάνατο, τὸ χειμῶνα καὶ τὴν ἄνοιξη, τὸ θάψιμο-σπορὰ τῶν γεννημάτων καὶ τὴν ἀνάσταση- ἀνθοφορία τους. ̓Απ’ τοὺς παραπάνω μύθους ἐξεπήγασε χι ἡ ἀλληγορία τοῦ γάμου τῶν νέων μὲ τὸν τάφο, ποὺ εἶναι χατάμεστη πικρίας κι ἀπογνώσεως. Κι ὅπως γιὰ τοὺς παλιοὺς Ἕλληνες ὁ ἀποθνήσκων νέος ἐνυμφεύετο τὴν Αφροδίτη, ὁ δὲ νέος τὸν Πλούτωνα, ἽἍ ̓ἰδης γιν ὡς ἔοικεν νυμφεύσει τάχαῦ οὐκ ἐπιδὼν γύμφεια λέχη κατέόη .. «εἰς Φερσεφόνης θάλαμον ((α) Ἰφιγ.ὲν Αὐλίδι, (6) Σιμωνίδης)" ἔτσι κι οἱ σύγχρονοι μοιρολογοῦν: ὁ χάρος μ ̓ ἀρραθώνιασε, μ ̓ ἔχ ̓ ἀρραόωνιασμένο/ῇ. Δὲν χωρεῖ ἀμφιθολία, ὅτι ὁ θάνατος ἀπετέλεσε τὸ καλύτερο «μονόξυγ 0», ὅπου ἀσκήθηχαν πλῆ θος ποιητῶν, ζωγράφων, γλυπτῶν, λογογράφων κ.ο.Χ. Κι’ αὐτό, διότι ὁ θάνατος δὲν μπορεῖ νὰ γίνη χατανοητὸς. ἀπ ̓ τὸ λαό, ὁ ὁποῖος καταφάσχει στὴ ζωὴ καὶ δὲν θέλει ν ̓ ἀποχωρισθῆ τὴ φύση. Ἰδιαίτερα οἱ Ἕλληνες τρέφουν διάπυρον. χι ἀκατανίκητον ἔρωτα στὴ ζωὴ καὶ τὶς ὀμορφιές της. Ἔτσι ὁ ̓Αχιλλεὺς φέρεται νὰ προτιμᾶ νὰ ζῆ στὴ γῇ φτωχὸς καὶ ἄσημος, παρὰ νὰ εἶναι διαδόητος ἆἄρχοντας στὸν κάτω κόσμο (Ὀδ.λ 489-91), ἐνῶ ἡ Ἰφιγένεια θεωρεῖ τρελλοὺς αὐτοὺς ποὺ εὔχονται τὸν θάνατό τους (Ἰφ. ἐν Αὐλίδι, 1254). Ἡ κατάφαση αὐτὴ στὴ ζωὴ κι ἡ ἀγάπη στὸ φῶς καὶ τὴ φύση οὐδόλως ἀπέτρεψαν, ὡς γνωστόν, τοὺς παραπάνω ἥρωες, ἀλλὰ χι ὅλους τοὺς ἥρωες τῆς παλαιᾶς χαὶ συγχρόνου Ἕλλαδος νὰ πράξουν τὸ καθῆκον τους καὶ νὰ θυσιασθοῦν, ἐφόσον παρἰστατο ἀνάγκη. Κι ἂν τοὺς θλί6η, κι ἂν τοὺς μελαγχολῆ ὁ θάνατος, δὲν τοὺς καθιστᾶ ἀρνησιθάνατους ἢ ἄπραγους μοιρολά-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →