ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
146ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1994
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το πρόβλημα του θανάτου — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΝ
Τὸ πρόύλημα τοῦ θανάτου
1. Ο θάνατος μυθολογικἀ
Ὁ θάνατος κατὰ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία εἶναι γιὸς τοῦ Ἐρέδους χαὶ τῆς Νυχτὸς καὶ δίδυ-
μος ἀδελφὸς τοῦ Ὕπνου. Καλλιτεχνικὰ παριστάνεται ὡς ἄσαρχο σχέλεθρο μὲ μαῦρα φτερά, ποὺ
φέρει μαῦρο ἔνδυμα μὲ λευκὰ ἄστρα, χρατεῖ τόξο ἢ ἢ δρεπάνι καὶ ἱππεύει μαῦρο ἄλογο, σημάδι
ὅτι εἶναι φοδερὸς πολεμιστής. Στὸ γνωστὸ ἀκριτικὸ τραγούδι τοῦ Διγενῆ οἱ ἀντίπαλοι
ἐπῆγαν καὶ παλαίψανε. στὰ μαρμαρένι ᾿ἁλώνια'
κι ὅθε χτυπάει ὁ Διγενής, τὸ αἰμ” αὐλάκι κάνει"
κι ὅθε χτυπάει ὁ Χάροντας, τὸ αἷμα τράφο κάνει.
Συχνὰ ὡστόσο ὁ Χάρων χαρακτηρίζεται πονηρὸς καὶ ἄνανδρος, ποὺ χρησιμοποιεῖ τεχνά-
σµατα, προχειµένου ν᾽ ἀποσπάση χλοπηδὸν τὶς ψυχές.
ὋὉ Χάρος εἶναι πονηρός, πιτήδειος πρωτοκλέφτη ς,
ποὺ ξέρ᾽ χλεφτοπατήµατα, πονήριες γυναικῶνε,
μᾶς πληροφορεῖ ἕν’ ἄλλο δημοτικὸ τραγούδι.
Ἢ παράσταση τοῦ Χάροντος ὡς πορθµέως, ὅπως τὸν διακωμωδεῖ ὁ Λουκιανός, εἶναι πα-
μπαλαία. Παλαιὰ ὡσαύτως εἶναι χι ἡ συνταύτιση τοῦ Χάροντος ἢ Χάρωνος μὲ τὸν “Αδη, ὁ
ὁποῖος οὐσιαστικά ση μαίνει τὸν «Κάτω Κόσμο», τὸ δασίλειο τοῦ Πλούτωνος. Στὸν “Αδη ἔφθα-
νὰν οἱ ψυχὲς διὰ τοῦ Ταινάρου μὲ τὴν θοήθεια τοῦ ψυχοπομποῦ θεοῦ, στὸν ὁποῖο κατέθαλλον
οἱ νεκροὶ χόµιστρον, τὸ γνωστὸ «περατίχιον». Ὃ "Αδης χαρακτηρίζεται ὁ ἀπ’ τὸν Ὅμηρο ἐ ἐρε-
θώδης χι ἀπ’ τὸν λαὸ ὁ ἀραχνιασμένος. Κατὰ τὸν Πλάτωνα «σιδηροῖς κλείθροις καὶ χλεισὶν ὠχύ-
ρωται»' κατ’ ἄλλους ὅμως φυλάγεται μόνο ἀπ᾿ τὸν «πυλάρτην» Πλούτωνα ἢ ἀπ’ τὸν «πυλαῖον»
Ἑρμῆ.
Οἱ ᾿Ορφικοὶ μετατόπισαν τὸ θασίλειο τῶν νεχρῶν ἀπ’ τὸν “Αδη στοὺς γαλαξίες, κι ἡ λέμθος
τοῦ Χάροντος παρεχώρησε τὴ θέση της στοὺς ἔρωτες. Οἱ Ὄρφικο-μυστηριακοὶ μῦθοι τῆς Περ-
σεφόνης καὶ τοῦ Πλούτωνος, τῆς Ὡρείθυιας καὶ τῶν Βορέα, τῆς Ἠοῦς καὶ τοῦ Κεφάλου, τοῦ
Ἐνδυμίωνος καὶ τῆς Σελήνης, τοῦ Αδώνιδος καὶ τῆς᾽ Αφροδίτης εἶναι ἀλληγορικοὶ χαὶ συμ-
θολίξουν τὸν ἔρωτα καὶ τὸ θάνατο, τὸ χειμῶνα καὶ τὴν ἄνοιξη, τὸ θάψιμο-σπορὰ τῶν γεννη-
μάτων καὶ τὴν ἀνάσταση- ἀνθοφορία τους. ᾿Απ’ τοὺς παραπάνω μύθους ἐξεπήγασε χι ἡ ἀλλη-
γορία τοῦ γάμου τῶν νέων μὲ τὸν τάφο, ποὺ εἶναι χατάμεστη πικρίας κι ἀπογνώσεως. Κι ὅπως
γιὰ τοὺς παλιοὺς Ἕλληνες ὁ ἀποθνήσκων νέος ἐνυμφεύετο τὴν Αφροδίτη, ὁ δὲ νέος τὸν Πλού-
τωνα,
ἽἍ ᾿ἰδης γιν ὡς ἔοικεν νυμφεύσει τάχαῦ
οὐκ ἐπιδὼν γύμφεια λέχη κατέόη .. «εἰς Φερσεφόνης θάλαμον
((α) Ἰφιγ.ὲν Αὐλίδι, (6) Σιμωνίδης)" ἔτσι κι οἱ σύγχρονοι μοιρολογοῦν:
ὁ χάρος µ ᾿ ἀρραθώνιασε, μ᾿ ἔχ᾽ ἀρραόωνιασμένο/ῇ.
Δὲν χωρεῖ ἀμφιθολία, ὅτι ὁ θάνατος ἀπετέλεσε τὸ καλύτερο «μονόξυγ 0», ὅπου ἀσκήθηχαν
πλῆ θος ποιητῶν, ζωγράφων, γλυπτῶν, λογογράφων κ.ο.Χ. Κι’ αὐτό, διότι ὁ θάνατος δὲν µπο-
ρεῖ νὰ γίνη χατανοητὸς. ἀπ᾿ τὸ λαό, ὁ ὁποῖος καταφάσχει στὴ ζωὴ καὶ δὲν θέλει ν᾿ ἀποχωρισθῆ
τὴ φύση. Ἰδιαίτερα οἱ Ἕλληνες τρέφουν διάπυρον. χι ἀκατανίκητον ἔρωτα στὴ ζωὴ καὶ τὶς
ὀμορφιές της. Ἔτσι ὁ ᾿Αχιλλεὺς φέρεται νὰ προτιμᾶ νὰ ζῆ στὴ γῇ φτωχὸς καὶ ἄσημος, παρὰ
νὰ εἶναι διαδόητος ἆ ἄρχοντας στὸν κάτω κόσμο (Ὀδ.λ 489-91), ἐνῶ ἡ Ἰφιγένεια θεωρεῖ τρελλοὺς
αὐτοὺς ποὺ εὔχονται τὸν θάνατό τους (Ἰφ. ἐν Αὐλίδι, 1254).
Ἡ κατάφαση αὐτὴ στὴ ζωὴ κι ἡ ἀγάπη στὸ φῶς καὶ τὴ φύση οὐδόλως ἀπέτρεψαν, ὡς γνω-
στόν, τοὺς παραπάνω ἥρωες, ἀλλὰ χι ὅλους τοὺς ἥρωες τῆς παλαιᾶς χαὶ συγχρόνου Ἕλλαδος
νὰ πράξουν τὸ καθῆκον τους καὶ νὰ θυσιασθοῦν, ἐφόσον παρἰστατο ἀνάγκη. Κι ἂν τοὺς θλί-
6η, κι ἂν τοὺς μελαγχολῆ ὁ θάνατος, δὲν τοὺς καθιστᾶ ἀρνησιθάνατους ἢ ἄπραγους µοιρολά-