ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
146ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1994
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο Άρχοντας των Μυστικών — ΤΑΓΚΑΛΟΣ, ΣΩΤΗΡΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΤῸ ΑΝΕΚΛΟΤΟ ΛΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ͂
ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΑΙΓΚΑΛΟΣ
“Ὁ "Αρχοντας
τῶν Μυστικῶν
Μιὰ σκοτεινὴ νύχτα, ποὺ ἡ ὁλόγιομη σελήνη
φώτιζε μὲ φόντο τὸν ἔναστρο οὐρανό,
κατέθηκα τοὺς ἔρημους λόφους τῆς ξεχασμένης
κοιλάδας καὶ ἀτένισα ξαφνιασμένος
τὸ θέαμα ποὺ ἀποχαλύφτηχε μπροστά
μου. Εἶμαι ἀναζητητὴς τῶν ὅσων ἀξίζουν,
περιπλανιέμαι καὶ παίζω μουσικὴ στὰ γέρικα
δέντρα, ποὺ μοῦ χαρίζουν τὸν ἴσκιο
τους στὴν διάρχεια τῆς καυτῆς ἀπὸ τὸν
ἥλιο μέρας. Καὶ τώρα μπροστά μου χυττοῦσα
τὸ σχοτεινὸ στόμιο μιᾶς τεράστιας
σπηλιᾶς, ποὺ τόσο μιλοῦσαν γι’ αὐτὴν οἱ
θρύλοι τῶν περασμένων γενεῶν ποὺ εἶχαν
πρωτοφτάσει ἐδῶ.
Ἡ σπηλιὰ φάνταζε ἀπόχοσμη μὲ τὰ χαμόδεντρα
ποὺ ἅπλωναν τὰ ξερὰ κλαδιά
τους στὴν εἴσοδο, ἀπειλώντας ἔτσι νὰ ξεσκίσουν
στὰ μυτερά τους ἀγκάθια τὸν κάθε
παρείσαχτο ποὺ θὰ παρέθαινε τοὺς νόμους
τῆς φύσης, καὶ σ ̓ αὐτὲς τὶς σκέψεις,
ποὺ ἀπορρόφησαν τὸ νοῦ μου, ἕνα κρύο
οἴγος μὲ διαπέρασε, ὑποσχόμενο πολλά.
Τράθηξα τὸ ξῖφος ἀπὸ τὸ θηκάρι καὶ ἔκοψα
ἕνα χοντρὸ κλαδί. Ὅταν τέλειωσα τὸν
δαυλό, παραμέρισα τὰ κλαδιὰ καὶ μπῆκα
ἐπιφυλακτικά - σ ̓ αὐτὸ τὸ μέρος ἀκόμα καὶ
οἱ σκιὲς παραμονεύουν τὸ κάθε τι. Προχώρησα
σὲ ἕνα μακρὺ διάδρομο, ποὺ ἡ σκόνη
καὶ τὰ χαλίκια δυσχόλευαν τὴν διάθαση
καὶ ἔφτασα σ ̓ ἕνα σταυροδρόμι, ποὺ ἔθγαἕε
σὲ τρεῖς ἄλλες στοές, προσπαθώντας παράλληλα
νὰ θυμηθῶ τοὺς θρύλους ποὺ
στοίχειωναν τοῦτο τὸ μέρος.
“Ὅλα ἦταν ἀνησυχητικὰ ἥσυχα, ἡ μικρὴ
ἐχείνη αἴθουσα ἄφηνε τὸν ἐπισχέπτη νὰ
ἀναρωτηθεῖ γιὰ τὸν λόγο ὕπαρξής της καὶ
ταυτόχρονα νὰ σκεφτεῖ γιὰ τὸ πέπλο μυστηρίου,
ποὺ ἴσως νὰ κάλυπτε ἕνα θαμμένο
μυστικὸ κρυμμένο ἀπὸ αἰῶνες. Τὸ φῶς τοῦ
δαυλοῦ τρεμόπαιξε, καὶ μέσα στὸ διάστημα
ἐκεῖνο ἀνασχίρτησα ἀπὸ τὸν ἀπρόσμενο
τρόμο ποὺ πρόσφερε ἡ ξαφνικὴ εἴσοδος
μιᾶς ψηλῆς σιλουέττας ἀνάμεσα στὶς σκιές.
Γρήγορα ξεθηκάρωσα τὸ Εῖφος, τὸ αἷμα
στὶς φλέδες μου εἶχε παγώσει ἀντικρύζοντάς
τον ἀκίνητο μέσα στὶς σκιές, ποὺ τυλιγμένος
στὸν σκοτεινὸ μανδύα του φαινόταν
τόσο ἀπόκοσμος, ὅσο καὶ ἡ ἀθόρυόη
ἐμφάνισή του.
- Λοιπόν, ἄνθρωπε, θὰ προχωρήσεις; Ἡ
φωνή του ἀκούστηκε σὰν ψίθυρος, ποὺ
ἔφερνε ὁ ἄνεμος ἀπὸ μακρυνοὺς τόπους,
καὶ στὸ ἀκουσμά της ἀνατρίχιασα, ὗποψιαζόμενος
τὴν σημασία τῆς ἐρώτησης.
- Ποιός εἶσαι ἐσύ, ποὺ ὑποθάλεις ἐρώτηση;
ψέλλισα νευρικά.
- Εἶμαι αὐτὸς ποὺ προστατεύει τὰ μυστικὰ
ποὺ κινδυνεύουν ἀπὸ τοὺς θνητούς,
ὅταν αὐτοὶ παριστάνοντας τοὺς κυνηγοὺς
τοῦ ἀγνώστου καταστρέφουν τοὺς θρύλους.
Πισωπάτησα ἀπὸ τὸν τρόμο, ὅταν ἀνοίγοντας
τὸν μανδύα ποὺ φοροῦσε ξεχύθηκε
ἕνας παγωμένος ἄνεμος, ποὺ σάρωσε τὰ πάντα.
Ἡ σκόνη σηκώθηκε μαζὶ μὲ τὸ σφύριγμα
τοῦ ἀέρα καὶ κάλυψε τὸν μυστηριώδη
ἄνδρα. Βρῆκα τὴν εὐκαιρία, ψηλάφησα
τοὺς τοίχους καὶ ἔφτασα σὲ μιὰ στοά. Χωρὶς
σκέψη μπῆκα μέσα καὶ μὲ τὸν δαυλὸ στὸ
ἕνα χέρι καὶ τὸ ξῖφος στὸ ἀλλο ἀκολούθησα
ἕνα κατηφορικὸ μονοπάτι, μὲ τὸν τρόμο
νὰ μὲ ἀκολουθεῖ.
Δὲν ξέρω πόσο περπατοῦσα ἔτσι, σίγουρα
ἦταν ὅμως ἀρκετὲς ὧρες, ἡ κούραση μὲ
εἶχε μουδιάσει, φαινόταν σὰν λαδύρινθος,
πολλὲς φορὲς ἔστριδα σὲ ἄλλους διαδρόμους
καὶ συνέχιζα ἔτσι, χωρὶς νὰ ξέρω ποῦ
ὀρισκόμουν.
Οἱ σάπιοι τοῖχοι φαινόντουσαν γλυστεροί,
ἡ ὑγρασία σ ̓ αὐτὸ τὸ καταραμένο μέρος
μαζὶ μὲ τὴν παχειὰ σκόνη σὲ ἔθαζε σὲ