ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

147ΜΑΡΤΙΟΣ 1994

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 8627 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
50 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. "Εν Αθήναις τη..." — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 8627 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 147

Κείμενο φύλλου

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ «Εν Αθήναις τῇ...» Ἐν Αθήναις τῇ -- χι ἂν δὲν κάνουμε στροφὴ ἐπὶ τόπου ἑκατὸν ὀγδόντα μοιρῶν, τελειώσαμε. Δήμητρα, Γῆ-μήτηρ ἀπηυδισμένη πολεμάει στὰ ἴσια τὴ γόσο «ἀνθρώπινη μυρμηκιά» μὲ ἀντισώματα ποὺ δὲν ἀστειεύονται καθόλου. Τὸ ἀπόστημα ἔσπασε καὶ τρέχει τὸ πύον μπόχα. Ὁ Μεσαίωνας. δὲν τραδάει ἄλλο. Ἐν ̓Αθήναις τῇ -- καὶ ποιός ξέρει ἡἡ "Ανοιξη ἐτούτη τί θὰ φέρει. Τὰ χελιδόνια πάντως δὲ θὰ ξανάρθουν. Καὶ πῶς θὰ δροῦν τὴν ψυχή τους τὰ παιδιὰ χωρὶς τὰ χελιδόγια; Θὰ τὰ γνωρίσουν στὰ παράθυρα τῆς γιαγιᾶς" μόνο: ποὺ δὲν ὑπάρχουν πιὰ παραμύθια, ὑπάρχει τηλεόραση -«Τσιάο ΑΝΤΕΝΝΑ»- καὶ οἱ κάργιες ποὺ χτυπᾶνε στοὺς φθισικοὺς κήπους μας. Οὔτε γιαγιάδες ὑ ὑπάρχουν πιά: κάνουν «τὸ γῦρο τοῦ κόσμου σὲ ὀγδόντα ἡμέρες» δίνοντας ρέστα γιὰ τὶς νέες γενεές τῶν γενεῶν, ποὺ μιὰ καθώς πρέπει οἰκοδέσποινα ἔπρεπε ν’ αὐτοχειριαστεῖ, ἄν ὄχι στὰ πρῶτα, τουλάχιστον στὰ δεύτερα-άντα. Κάτι μοῦ λέει πὼς ὀιαστήκαμε, κορίτσια, πὼς ἔπρεπε νὰ περιμένουμε κομματάκι, ἔτσι, «ὑπὲρ ἀδυνάτου». Δὲν κάναμε τίποτε. Μιὰ τρύπα στὸ νερὸ κάναμε. Μᾶς χρησιμοποίησαν καὶ μᾶς χρησιμοποιοῦν, ποὺ νὰ πάρει... Ἐν ̓Αθήναις τῇ -- καὶ ἐλύθη τὸ αἰνιγμα. Ὃ δάρδος, ὁ ὄχι τῆς ἐλευθερίας, ὁ ἄλλος μὲ «τὰ γκομενάκια» καὶ «τὰ σεκλέτια», τὸ γνήσιο τέκνο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ποὺ δοξάστήκε μὲ «ἀγάπη παρανοϊκη» ἆ ἀπὸ τὰ νύχια μέχρι τὴν κορυφὴ τῆς Επικράτειας, ποὺ «δὲν προσπάθησε, λέει, γιατὶ ἦταν πολὺ τυχερός», ἦρθε μέσα στὴ μαύρη νύχτα μας ἴσχιος τοῦ κάτω κόσμου, σὲ συνέντευξη μεταθανάτια, ἐπαναληπτικὴ, νὰ μᾶς διαδε6αιώσει ὅτι: «Εἴμαστε ὅλοι Εόραῖοι». Στὰ καλὰ τοῦ καθουμένου κι ἐκεῖ ποὺ μ ̓ ἔπαιρνε ὁ πρῶτος καὶ κατάμουτρα στὴ «Ρωμιοσύνη μὴν τὴν κλαῖς», ἔφτυσε τὸ «ἀριστούργημα» ἀπό τὸ διόλίο του, ποὺ «ἐκεῖ ψηλὰ στὴν κορυφή δεξιὰ τὸ ἄστρο τοῦ Δ αυὶδ» φωτίζει «πάντας ἡμᾶς καὶ πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Καὶ ἐθαύμασε σφόὅρα ὁ συνεντευξιαστής, τὸ ἄλλο ἄστρο μας τὸ τηλεοπτικό, συγκινήθηκε ὁ ἄνθρωπος, κόκκαλο ἐγώ, ὕπνος τὸ Πανελλήνιο. Μεσάνυχτα. «“Ολ ̓ ἡ φύσις ἡσυχάζει». Εκτὸς ἀπὸ τοὺς ὀρυκόλακες. Ἐν Α θήναις τῇ -- κι ἕνα ξανθόμαλλο κεφάλι παιδιοῦ δαραίνει τό στῆθος μου, μονοπωλεῖ τή σχέψι μου. δὲν εἶναι «τὸ γελαστὸ παιδί», ποὺ μεγάλωσε, ἔγινε ἄντρας μὲ ὕφος, παράγων τῆς χοινοδουλευτικῆς μὲ ἀπόψεις ποὺ καταθέτει ἐνώπιος͵ ἐνωπίῳ. Εἴναι ὁ δωδεκαετὴς Πρίγκιπας. τῶν Κρίνων τῆς “Ερμιόνης, «ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». « Ὅτι κι ἄν ἔκανε ὁ πατέρας μας, θὰ εἶναι πάντα ὁ πατέρας μας. Κι οὔτε πιστεύουμε πὼς ἔκανε κάτι κακό». ημαγμένο τὸ σπιτικὸ ἀπὸ τὴ ντροπὴ καὶ τὸ ἔγκλημα, καὶ τὸ ἀντράχκι ὄρθιο. Δίπλα σὲ ιὰ μάνα ταραγμένη, ἐπιθετική,. ποὺ λέει πολλὰ μὰ δὲν πείθει, παράξενα σοόαρὸ καὶ ἀπίστευτα γενναῖο μπροστὰ στοὺς ἀδηφάγους φακοὺς μὲ τὰ κροκοδείλια ποὺ μυρίστηκαν θήραμα, πὲς ψοφίμι, στηρίξει τὶς τσακισμέγες ἀξίες ἑἑνὸς κόσμου ποὺ γκρεμίστηκε. Γιὰ νὰ μὴ γκρεμιοτεῖ. Σφίγγει τὸ παραμύθι, σφίγγει τ ̓ ὄνειρο στὴν καρδιά, «μὴ μποῦν καὶ τὸ χαλάσουν». Νιὸ δλαστάρι πάνω στὸ σαπισμένο σπόρο: ἡ δύναμι τῆς αἰώνιας ζωῆς, ποὺ κόδει δρόμο μέσα στὶς ἀνθρώπινες ἀθλιότη τες. Κανείς δὲν πατάλαδε. Κανείς ἀπό τὸ ἀγριεμένο πλῆθος -ποὺ ἤξεραν, ἀλλὰ δὲν ἔἔχαναν τίποτα, γιὰ γὰ προστατεύσουν τὰ παιδιά- δὲ δρέθηκε ἄξιος νὰ μετρήσει τὴ στάσι του, νὰ σκύψει τὸ κεφάλι μπροστά του ἀπὸ κάποιες ἐνοχές. Ὃ λεδίτης ποὺ πῇρε σδάρνα τοὺς δρόμους, γιὰ νὰ διώξει τούς καλλικαντζάρους, φοδήθηκε τὸ ξανθο παιδὶ καὶ «ἰδὼν ἀντιπαρήλθε». Τῆς μοίρας γιέ, σημαδιακὸ παιδὶ τῆς ̓Εομιόνης, πόσο θ ̓ ἀντέξεις; Μακάριος, ποὺ θ ̓ ἀξιωθεῖ μὲ τὴν τιμὴ γὰ σταθεῖ πλάι σου. «Μέχρι νὰ χτυπήσει τὸν κόσμο ἡ ἀθωότητα», πόσα ὄνειρα, πόσα παιδικὰ παραμύθια τσακισμένα. Ἔν ̓ Αθήναις τῇ -- κι ἕνας κατηγορούμενος χακοποιεῖται ἄγρια μέσα στίς φυλακές, «ὑψηλῇ ἐπιστασίᾳ» τῶν φρουρῶν τῆς ἔννομης τάξης. ̓Εδῶ, ποὺ Ζεύς ἐθέσπισε, ποὺ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →