ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
148ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1994
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Οι ύψιστες αξίες: "πόλις" και "πολίτης" — ΚΟΥΤΟΥΛΑΣ, ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Κείμενο φύλλου
Οἱ ὕψιστες ἀξίες: «πόλις» καὶ «πολίτης»
Αν τὸ θάθρο ποὺ στη ρίχτηκε ἡ ἑλληνιχὴ σχέψη ἦταν ἡ ἀντίληψη τοῦ αἰώνιου χόσμου ὡς
ἁρμονίας (καὶ συνεπῶς ἡ ἐναρμόνιση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴ φύση ὡς τὴν ἀλή θεια του), τὸ ὕψιστο
ἐπίτευγμα, ποὺ ἀπετέλεσε ταυτόχρονα καὶ τὴν ἀναγκαία προὐπόθεση γιὰ τὸν ἀρχαῖο ἑλληνιχὸ
πολιτισμὸ χι ὅλο τὸ μεγαλεῖο του, εἶναι ἡ ἰδέα τῆς «πόλεως» καὶ τοῦ «πολίτη». «.. μεγάλη
ἀνωτερότητα τῶν Ελλήνων ὀφειλόταν ἀκριδῶς στην ἰδέα ποὺ εἶχαν γιὰ τὴν πόλη. ο δαρδαρικὸς
κόσμος ἀποτελεῖται ἆἀπὸ τερατώδεις μοναρ χίες, ἀνόργανες μάξες, μόνο ὁ ἑλλη νικὸς κόσμος
ἀνταποκρίνεται στὸν ὁρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, πού, στὴν πληρότητα τοῦ ὅρου, εἶναι ὃν πολιτικὀν»).
Ὃ ἄνθρωπος γιὰ τὸν Ἕλληνα καταξιώγεται ἆ ὡς ἄνθρωπος, μόνον λειτουργῶντας ἆ ὡς πολίτης.
Κι’ ἐπειδὴ «πολίτης ὁρίζεται τῷ μετέχειν χρ ίσεως καὶ ἀρ χῆς»2, ἕπεται πὼς μόνον στὰ πλαίσια
τῆς πόλεως μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ πολίτης, ὁὡς μετέχων στὶς ἀποφάσεις καὶ στὴν διοίκηση. Μόνο
στὴν πόλη ὑὑπάρχουν οἱ προσωπικὲς σχέσεις τῶν ὄντως πολιτῶν. Ἦταν ἀδιανόητη γιὰ τοὺς
ἀρχαίους Ἕλληνες «πολιτική» ἐχτὸς τῆς «πόλεως-κράτους». Δὲν ὑπάρχουν πολίτες (ὡς «μετέχοντες
κρίσεως καὶ ἀρχῆς») σὲ μοναρχίες ἢ σὲ ἀπέραντες αὐτοκχρατορίες. Γιὰ τὴν ἄμεση δημοκρατία
τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς πόλεως θὰ ἐθεωρεῖτο ἀπάτη ὁ σημερινὸς «ἀντιπροσωπευτιχὸς
χοινοδουλευτισμός». Ὁ πολίτης νοεῖται ὡς πρόσωπο ποὺ μετέχει στὶς ἀποφάσεις καὶ τὴν διοίχηση,
καὶ ὁ ἄνθρωπος μόνο ὡς πολίτης καταξιώνει τὴν ὑπαρξή του.
Ὁ χῶρος αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ὕπαρξής του εἶναι ἡ «πόλις». Σ ̓ αὐτὸ τὸ σημεῖο γίνεται ἀντιληπτὴ
μιὰ πολὺ ἁπλῆ ἀλήθεια: ὁ πολίτης γιὰ τὸν Ἕλληνα μόνο στὰ πλαίσια τῆς πόλεως- -χράτους
μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ γιὰ καθαρὰ πραχτιχοὺς λόγους: λόγω τοῦ περιορισμένου ἀριθμοῦ κατοίκων
μπορεῖ νὰ μετέχει προσωπιχὰ χαὶ ἄμεσα στὶς ἀποφάσεις χαὶ τὴ διοίκηση. Γι’ αὐτὸ γιὰ τὸν Ἕλληγα
μόνο ἡ πόλη ἐθεωρεῖτο ὡς ἄξιος τρόπος ὕπαρξης γιὰ ἀξίως ὀνομαζομένους ἀνθρώπους. Ὁ
ἄνθρωπος μόνον «ἐν τῇ πόλει» ὁ ὡς «πολιτικὸν ὃὃν» (δηλ. ὁὃν ποὺ ἀνήχει στὴ πόλη) δικαιώνει τὴν
παρουσία του. Ὃ «πολίτης» εἶναι ἡ καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἂρι:
στοτέλης διαχήρυξε, ὅτι «ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον καὶ ὁ ἄπολις... ἢ φαῦλός ἐστιν ἢ
χρείττων ἢ ἄνθρωπος... »»
Ἡ πόλη ἠταν | μὲν δη μιούργη μα ἀνθρώπων, ὅμως «πᾶσα πόλις φύσει ἔ ἔστιν»', γιατὶ «ὁ μὴ δυγάμενος
κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι) αὐτάρχειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ἃὥστε ἢ θηρίονῆ ἢ θεός»".
Μὲ αὐτὲς τὶς ἀντιλήψεις περὶ πόλεως ἡἦταν ἀναμενόμενη ἡ σημασία ποὺ ἔδιναν οἱ Ἕλληνες στὴν
πολιτική. (Σημειωτέον, ὅτι πολιτιχὴ μὲ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ σημασία τοῦ ὅρου σημαίνει «αὐτὴ
ποὺ ἀνήχει στὴν πόλη»). Ὅ Πλάτων κατὰ συνέπειαν ὁρίζει τὴν διοίκηση τῶν πόλεων ὡς τὴν
«καλλίστην τῆς φρονήσεως»: «. «μεγίστη καὶ καλλίστη τῆς φρονήσεως ἡ περὶ τὰ τῶν πόλεών τε
καὶ οἰκήσεων διακόσμησις, ἡἢ δὴ ὅὄνομά ἐστι σωφροσύνη τε καὶ δικαιοσύνη». "Ἔτσι δὲν προξενεῖ
κατάπληξη τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τοὺς Ἕλληνες «ἐπίχεντρο τῶν συξητήσεών τους εἶναι τὸ πολιτικὸ
πρόόλημα, γιατὶ οἱ φιλοσοφικές τους σχολὲς δὲν ἀντιλαμδάνονται τὸν ἄνθρωπο παρὰ μόνο
ὡς ὃν πολιτικόν. ̓Εδῶ ἴ ἴσως δρίσχεται ἡ ἡ λέξη-χλειδὶ τοῦ ἑλλη γικοῦ πολιτισμοῦ. Οἱ “Ελλη νες
ἦταν πάνω ἀπ’ ὅλα πολίτες, χαὶ αὐτὸ ἀχριδῶς δημιούργ ησε τὸ μεγαλεῖο τῆς Ελλάδας»). Ἡ οὐσία
τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνα ἦταν ἡ ἄμεση συμμετοχή του στὴ διοίκη ση, στὸ πολιτικὸ σύνολο, στην πόλη.
Γι αὐτὸ καὶ νεώτεροι πνευματικοὶ, ἄνθρωποι θεωροῦν τὸν φυσικὸ κατακερματισμὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ
χώρου (στενὲς χοιλάδες περιχλειόμενες ἀπὸ θουνά), ποὺ εὐνόη σε τὸν πολιτικὸ χερματισμό,
ὡς τὴν ὕψιστη εὐλογία στὴ γῆ τῶν θεῶνθ. «Τὸ πιὸ χτυπητὸ γνώρισμα τῆς ἀρχαίας Ελλάδας, ἡ
θαθύτερη αἰτία ὅλων τῶν ἐπιτευγμάτων της ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἀδυναμιῶν της, ὀρίσκεται στὸν
διαμελισμό τῆς σὲ ἄπειρες πόλεις, ποὺ ἀποτελοῦσαν ἰσάριθμα χράτη»".
Μόλις πέθανε ἡ πόλη- «κράτος, ἄρχισε χαὶ ὁ ἐπιθανάτιος θόγχος τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεῦματος,
ποὺ καταξίωσε τὸν ἄνθρωπο ὁ ὡς αὐταξία μόνο μέσα ἀπὸ τὴν παρουσία του στὴν πόλη ἆὡς
πολίτου, δηλ. ὡς μετέχοντος στὸν ἄρχειν, τὸ χρίνειν καὶ τὸ ἄρχεσθαι ἀγωνιζόμενου πρῶτα ἀπ’
ὅλα γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πόλεως: «οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα τὰ ἱερά».
̓Απὸ τὴν ἰδέα τῆς «πόλεως» ὁδηγήθηχαν οἱ Ἕλληνες στὴν ἰδέα περὶ «κόσμου». Κόσμος ση-