ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
148ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1994
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- "Άνθρωποι εν πολεμώ" — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
,ὔ
5
/
«Ανθρωποι ἐν πολέμῳ»
«Πόλεμος πάντων πατήρ, πάντων δασιλεύς». Κόκκινο φόρεμα φορῶ καὶ στὴ φωτιὰ χορεύω,
τὸ τραγούδι τῆς “Ἑλένης. Ὅ κόσμος ὅλος μιὰ φωτιά, ποὺ γίνεται «τρελλὴ ροδιά», νερὸ καὶ χῶμα,
αἷμα καὶ ῥάκρυ, γέννησι καὶ θάνατος ἀθάνατος. «Εἶμεν τε καὶ οὐκ εἰμεν», «ὑπάρχω», λές, κι
ὕστερα «δὲν ὑπάρχεις». «Πάντα ταὐτὰ καὶ οὐ τὰ αὐτά». ̓Αέναος κυλάει ὁ ποταμός, «τὰ πάντα
θεῖ», μάχονται, διαγωνίξονται πρὸς ἄλληλα, «πάντα κατ ̓ ἔριν γίγνεσθαι», λέει ὁ ̓Ηράκλειτος
κι ἐπιτίθεται λάόρος κατὰ τοῦ “Ομήρου -- καὶ τοῦ Αρχιλόχου -, ποὺ ἔστειλε στὸν ἀγύριστο τὸν
πόλεμο κι εὔχεται «ἔρις ἔκ τε θεῶν ἐκ τ ̓ ἀνθρώπων ἀπόλοιτο». Χαίρει χαρὰν μεγάλην ὁ ̓Αγαμέμνων,
ὅταν ὁ ̓Αγιλλέας φιλονικεῖ μὲ τὸν ̓Οδυσσέα (Πλ ούταρχος στὸν « ̓Αγησίλαο», Χεφ. 5).
Μὴ μαλώνετε, καλά μου παππούδια. Πέρ ̓ ἀπὸ τὶς θάλασσες, πέρ ̓ ἀπὸ τ’ ἀστέρια χι ἐτοῦτον
τὸν ταλαίπωρο πλανήτη ὑπάρχει καὶ ὁ θεὸς τοῦ Ξενοφάνη (Ελεάτες), «εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ
ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔτε δέμας θνητοῖσι ὁμοίϊος οὔτε νόημα». «Ἔστι γὰρ ἡγεμὼν καὶ ἄρχων
ἁπάντων θεός, εἰς, ἀεὶ ὦν, μόνιμος, ἀκίνητος, αὐτὸς ἑαυτῷ ὅμοιος, ἕτερος ἄλλων», σιγοντάρουν
ἀπὸ κοντὰ καὶ οἱ Πυθαγόρειοι. Πολλὴ εἰδωλολατρεία πέφτει, κι ἐγὼ ἔχω κάνει τὶς ἐπιλογές
μου.
Απὸ τὴν ἔριν, ποὺ πολὺ δαρυέμαι, προτίμησα τὴν ἀκινησία τοῦ ̓Ακινήτου, καὶ ἀπὸ τὸ μάλε6ράσε
τοῦ κόσμου τὴν ὑπερκόσμια εἰρήνη. -- Καλὰ νὰ τὰ πάθεις, μὲ οἰκτίρει ὁ θεῖος Πλάτων.
Ποῦ στὴν εὐχὴ τὴ δρῆχες τὴν εἰρήνη; «Πόλεμος ἆ ἀεὶ πᾶσιν διὰ δίου συνεχής ἐστι (...) ἣν γὰρ χαλοῦσιν
οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων εἰρήνην, τοῦτ ̓ εἶναι μόνον ὄνομα (λέξι κενὴ) (...), τῷ δὲ ἔργῳ
πάσαις πρὸς πάσας τὰς πόλεις ἀεὶ πόλεμον ἀκήρυκτον εἶναι κατὰ φύσιν». Εἶσαι ἀφύσικη, μοῦ
λέει. -- Χαίρω ἄκρας ὑγείας, αὐθαδιάξω, ὅσο καὶ ὁ δικός σου νομοθέτης, καὶ μὴ πᾶμε μακρυά.
Μιὰ δόλτα στὴν Εὐελπίδων, καὶ γίνεται ἡ καρδιά σου περιόόλι. -- Τί θὰ κάνεις, ἔτσι καὶ σοῦ ριχτοῦν
μέσα στὸ σπίτι σου, θωτάει ὁ φίλτατός μου Θουκυδίδης. - Ἔλα ντέ, τί θὰ κάνω; ̓ Αν εἶναι
μάλιστα σταλμένοι ἀπὸ τὴ «μαφία» κι ἐφοδιασμένοι μὲ μυδράλλια, πῶς θὰ τοὺς ἀντιμετωπίσω,
μὲ τὸ σκουπόξυλο; - Εἶσαι ἀξιοκατάκριτη, μὲ φτύνει, καὶ μοῦ δείχνει τὶς πλάτες του. -- Εσὺ πάλι,
τ ̓ εἶχες καὶ τίγύρευες στὴν Περσία, ρωτάει ὁ Κῦρος τὸν Κροῖσο δεμένο πιστάγκωνα. -- Εἶμαι
ἀθῶος, διαμαρτύρεται μὲ πάθος ὁ δασιλιᾶς τῆς Λυδίας, ἀλλ ̓ ἂς ὄψονται οἱ θεοί. Αὐτοὶ τὸ θέλησαν
(Ἡρόδοτος). Κάτι εἶχε πάρει τὸ αὐτὶ τοῦ ἀνατολίτη γιὰ τὸ «νόμο τῆς ἀναγκαιότητας»,
καὶ κύτταξε νὰ τὰ μπαλώσει. Τὰ ἴδια καὶ χειρότερα ἡ ̓Ελένη. -- Δὲν ἔχω ἰδέαν, λέει, ἡ Κύπρις
τὰ ἔκανε ὅλα. "Εχει μάλιστα συνήγορο διαπρεπῆ τὸ Γοργία (« Ελένης ἐγκώμιον»). Χαρὰ στὸ
πρᾶμα, θὰ μοῦ πεῖτε, ἐδῶ ὅλα τὰ λόγια -- καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ τὰ ἔργα -- ἔχουν «ἕνα μοναδικό τους
προοριομό»: Εκείνη. «Μενέλαε», τὸ θριαμόικό τῆς κάλεσμα πάνω ἀπὸ τοὺς Τρωικοὺς («Τρωάδες»).
Εὐπειθέστατος ὁ Μενέλαος θὰ ξεφορτωθεῖ τὴν ̓Εκάδη -- «πᾶψε, γριὰ» -- καὶ θὰ πάρει
μαζί του τὴ γυναῖκα «του» -- ἂχ αὐτὲς οἱ κτητικὲς ἀντωνυμίες -, γιὰ γὰ τήν... τιμωρήσει. Διάόολε,
«μήπως φορτωμένο πιὸ πολὺ θά ̓ναι τὸ πλοῖο;» Ταξιδάκι ἀναψυχῆς μὲ τὸν ἰσχυρὸ τῆς
ἡμέρας σχλάδο της ἡ Ελένη, σκλάδα στὰ νύχια τῶν ἰσχυρῶν ἦ 'Εκάδη. Σὰν ἀρνιὰ σέρνουν τὶς
Τρωάδες οἱ ̓Αχαιοί: Τρῶες καὶ Αχαιοί, ἀρνάκια μπροστὰ στὴν ̓ Ελένη. «Γιὰ ἕνα πλάσμα σὰν
κι αὐτό...» («Ιλιάδα», Στ 157-9).
Ὄχι ἀκριδῶς γιὰ τὸν Εὐριπίδη. Παρ ̓ ὅτι δὲν ὑπῆρδε ἰδιαίτερα λεπτὸς μαζί της στὸν «Κύχλωπα»,
στὶς «Τρωάδες» ἡ ἡ ̓Ελένη δὲν ἔχει τίποτα τὸ ἀνθρώπινο. Εἶναι στοιχειό, ὁ «ἀνίκατος
μάχαν» προαιώνιος νόμος. Καὶ δὲν πλήττεται. Ρεαλιστὴς ὁ Εὐριπ]δής θὰ μιλήσει γιὰ τὸν πόλεμο
ἁπλὰ καὶ παραστατικὰ μὲ ὅσα εἶδε κι ἄκουσε στὴν Τροία ἀμέσως μετὰ τὴ λῆξι του. Θὰ δώσει
τὸ λόγο στὶς γυναῖκες -- ἐξελιγμένη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους; --, στὶς καρτερικὲς ἀρχόντισσες
τῆς Τροίας, στὴν ̓Εκάδη, τὴν ἀνάξια πάσχουσα ἡγερία τῆς ζωῆς. «Ανθρωποι ἐν πολέμῳ»
-- καὶ θεοὶ ἐν πολέμῳ -- οἱ «Τρωάδες».
«Οὐκέτι Τροία» καὶ σὲ κακὴ κατάστασι ὁ Ποσειδῶνας: «Ἔρημα δ ̓ ἄλση καὶ θεῶν ἀνάκτορα
φόνῳ καταρρεῖ (...), πολλοῖς δὲ κωκυτοῖσιν αἰχμαλωτίδων 6οᾶ Σκάμανδρος δεσπότας χληρουμένων
(...), τὴν δ ̓ ἀθλίαν τήνδε κειμένην ̓Εκάδην (ἴδετε) δάκρυα χέουσαν πολλὰ καὶ πολλῶν
ὕπερ (. .) Αἴας εἷλκε Κασσάνδραν δίᾳ ὑδρίσας ̓Αθηνᾶν» - καὶ τί δὲν ὑδρίσας --, ἐνῶ οἱ ̓Α χαιοὶ
ἕνα γύρω ἔκαναν τὴν πάπια. «4 εύτερος Αἴας» ὁ ̓Αγαμέμνων. Ἢ θεὰ τῆς σοφίας ἔ ἔχει πάρει τὶς
ἀποφάσεις της: «Ζεῦς μὲν ὀμόρον καὶ χάλαζαν ἄσπετον (ὑπερμεγέθη) -- πέμψει, δυσφώδη τ ̓
αἰθέρος φυσήματα (ζοφερὴ ταραχὴ τῶν ἀνέμων) -- ἐμοὶ δὲ δώσειν φησὶ (λέει) πῦρ κεραύνιον --