ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

150ΙΟΥΝΙΟΣ 1994

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 8867 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
66 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ιακώβ ή Ισραήλ — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 8867 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 150

Κείμενο φύλλου

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ ̓Ιακὼό ἢ ̓Ισραήλ ̓Ιακώό, ὁ ἀδελφὸς τοῦ ̓Ησαῦ, «ἄνθρωπος ἁπλοῦς, κατοικῶν ἐν σκηναῖς» (Γέν. ΚΣ’ 27). Τώρα κάτι μᾶς εἶπαν, λὲς καὶ οἱ ἄλλοι κατοικοῦσαν σὲ σπίτια. Ἤξεραν μήπως αὐτὸς κι οἱ πρὀγονοίτου (μας), τὶ πάει νὰ πῇ σπίτι μὲ πόρτες καὶ παράθυρα; . ̓Απὸ μικρὸ παιδὶ λοιπὸν αὐτὸς ὁ ̓Ιακώὠό φάνηκε, πόσο ἔξυπνος ήταν. Ετσι ἐξαπάτησε τὸν ἀδελφό του τὸν ̓Ησαῦ καὶ τοῦ πῆρε τὰ πρωτοτόκια ἔναντι ἑνὸς πινακίου φακῆς καὶ ὀλίγου ἄρτου: «καὶ ἐπώλησε τὰ πρωτοτόκια αὐτοῦ εἰς τὸν ̓Ιακώδ. Τότε ὁ ̓Ιακὼδ ἔδωκεν εἰς τὸν ̓Ησαῦ ἄρτον καὶ μαγείρευμα τῆς φακῆς» (Γέ ἕν, ΚΣ 23-34). Τέτοιας εὐφυΐας ἦταν ὁ ̓Ιακώδ λοιπόν, ὥστε νὰ κάνῃ τὴν μαγείρισσα ἀπὸ μικρὸ παιδί, περιμένοντας ν ̓ἁρπάξῃ τὴν χρυσή εὐκαιρία. Ὥρες ἀτέλειωτες στὴν χουζίνα μέχρι νὰ τελ ειοποιήσῃ τὴν συνταγή. Φακὲς χοχκινιστές, φακὲς για χνί, φακὲς μὲ πατάτες, φακὲς ἃ λὰ κρὲμ. Καὶ ἔτσι στὸ τέλος τὸν κατάφερε τὸν ̓Ησαῦ καὶ τὸν ἔπιασε κορόϊδο. ̓Αλλὰ δὲν σταμάτησε ἐδῶ. "ἔπρεπε νὰ πάρῃ καὶ τὴν εὐλογία τοῦ πατέρα του, τοῦ ̓Ισαὰκ. ̓Εδῶ ἦταν τὰ μπαστούνια. Πῶς θὰ τὰ κατάφερνε, ἀφοῦ, κατὰ πὼς λέει ὁ ἴδιος, «ὁ Ησαῦ ὁ ἀδελφός μου εἶναι ἀνὴρ δασύτριχος, ἑ ἐγὼ δὲ εἶμαι ἀνὴρ ἄτριχος»; (Γέν. ΚΖ 11). ̓ Ὅμως καὶ πάλι δείχνοντας τὴν ἐξυπνάδα του -ὄχι ἀπάτη-- δ ̓ Ιακώό μὲ τὰ δέρματα τῶν ἐριφίων «ἐσκέπασε τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ τὰ γυμνὰ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ» (Γέν. ΚΖ 16). Βλέπετε, ὁ ̓]ακώό γιὰ κακή του τύχη εἶχε όγεῖ ἄνθρωπος καὶ ὄχι ἐριφοειδές, ὁὅπως ὁ ἀδελφός του, χι’ ἔτσι ἔπρεπε κάπως νὰ τὰ μμπαλώση. Ἔτσι μετὰ ἀπὸ μία συνομιλία ποὺ εἰχε μὲ τὸν πατέρα του τὸν ̓Ισαάκ, κατάφερε νὰ τὸν ἐξαπατήσῃ χι’ αὐτὸν καὶ νὰ τοῦ ἀποσπάσῃ τὴν εὐλογία του. Ὅταν τόμαθε ὁ ̓Ησαῦ, ποιὸς τὸν χρατοῦσε. Γεμᾶτος ἀδελφικὴν ἀγάπη κυνηγοῦσε τὸν ̓Ιακώό, νὰ τὸν σχοτώσῃ, χαὶ ἡ μάνα τους ἡ Ρεθέκκα φυγαδεύει τὸν ̓Ιακώό στὸν ἀδελφό της. τὸν Λάδαν. Τότε στὸν δρόμο εἰναι ποὺ θλέπει ὁ ̓]ακώό τὸ ὄνειρο μὲ τὶς χυλιόμενες σχάλες καὶ τοὺς ἀγγέλους ποὺ ἀνεθοκατεθαίνουν πάνω τους. Καὶ σὰν κερασάκι στὴν τούρτα, στὴν κορφὴ τῆς σκάλας, ποιὸς ἄλλος, ὁ ΓΙ Ἰαχδὲ ποὺ εὐλογεῖ τὸν ̓Ιακώδ, ἀπόλυτα σύμφωνος μὲ τὶς πράξεις τοῦ δούλου του, καθαγιάξοντας ἔἔτσι ταυτόχρονα τὴν πράξη τῆς ἀπάτης στὴν ὑπόθεση τῶν πρωτοτοχίων. «Καὶ ἰδού, ἐγὼ εἰμαι μετὰ σοῦ καὶ θέλω σὲ διαφυλάττει πανταχοῦ, ὅπου ἂν ὑπάγῃς καὶ θέλω σὲ ἐπαναφέρει εἰς τὴν γῆν ταύτην"» (Γέν. ΚΗ 15). Δικαιοσύνη τοῦ Γιαχδὲ ἢη ἐλέῳ Γιαχδὲ ἀπάτη. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ἴδιο, γιατὶ δικαιοσύνη στὰ ἑδραϊκχὰ εἶναι κι αὐτὴ ἔννοια συνώνυμη τῆς ἀπάτῆς. ”"Ἔλα ὅμως, ποὺ τὸ ἔξυπνο πουλὶ ἀπ’ τὴν μύτη πιάνεται! "Ετσι, ὅταν ὁ ̓Ιακώό ἔφτασε στὸν ἀδελφὸ τῆς μάνας του τὸν Λάδαν, τοῦ ζητάει τὴν κόρη του τὴν Ραχήλ, τὴν πιὸ νέα καὶ ὄμορφη. Αὐ ὑτὴ τοῦ ̓γυάλισε, ὀλέπετε, ἀφοῦ ἡ ἡ μεγαλυτέρα, ἡ Λεία, δὲν ὀλεπότανε. ̓Αντίτιμο γιὰ τὴν Ραχὴλ θὰ ἦταν ἑπτὰ χρόνια δωρεὰν ῥουλειᾶς στὸν πατέρα της καὶ θεῖο του τὸν Λάδαν. «Θέλω σὲ δουλεύει ἑπτὰ ἔτη διὰ τὴν Ρα χήλ, τὴν θυγατέρα σου τὴν μικροτέραν» (Γέν. ΚΘ 190). Συμφώνησε λοιπὸν ὁ Λάδαν, νὰ παντρευτῇ ὁ Ιακώόδ τὴν πρώτη του ξαδέλφη -- καὶ μὴν ἀρχίσετε πάλι τὰ περὶ αἱμομιξιῶν, γιατὶ ἔχουμε πεῖ, αὐτὰ εἶναι ψιλὰ γράμματα - χαὶ ἔτσι, ὅταν πέρασαν τὰ ἑπτά χρόνια, «είπεν ὁ ̓Ιακὠδ πρὸς τὸν Λάδαν, δός μοι τὴν γυναῖκα μου, διότι ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι μου, διὰ νὰ εἰσέλθω πρὸς αὐτὴν» (Γέν. ΚΘ 21). ̓Ἑπτὰ χρόνια περίμενε ὁ ἄνθρωπος, νὰ «εἰσέλθη εἰς αὐτήν», δὲν κρατιόταν. ̓Αλλὰ τὰ πράγματα δὲν πῆγαν ὅπως τὰ περίμενε ὁ ̓]ακώό, γιατὶ «καὶ τὸ ἑσπέρας, λαδὼν τὴν Λείαν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ, ἔφερεν αὐτὴν πρὸς αὐτόν' καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτήν» (Γέν. ΚΘ 23). Τὴν πάτησε μὲ λίγα λόγια ὁ ̓Ιακώό. Καὶ τὸ πρωὶ, ὅταν κατάλαδε τὴν ἀπάτη, ὅπως λέμε τὸ πρωὶ καταλαδαίνεις τὴν διαφορά, «εἶπε πρὸς τὸν Λάαν: Τί τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔπραξας εἰς ἐμέ; δὲν σὲ ἐδούλευσα διὰ τὴν Ραχήλ; καὶ διὰ τί μὲ ἠπάτησας;» (Γέν. ΚΘ 25). Εἰπε ὁ γάιδαρος τὸν πετεινὸ κεφάλα... Καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Λάδαν' «δὲν γίνεται οὕτως ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν νὰ δίδωται ἡ μιχροτέρα πρὸ τῆς πρεσδυτέρας: ἐκπληρώσου τὴν ἑδδομάδα ταύτης, καὶ θέλω σοὶ δώσει καὶ αὐτήν, ἀντὶ τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν θέλεις κάμει εἰς ἐμὲ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →