ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
19ΙΟΥΛΙΟΣ 1983
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ελληνική φιλοσοφία καϊ χριστιανισμός — ARMSTRONG, A. H.
Κείμενο φύλλου
Α. Π. ΑΕ ΜΒΊΕΟΝΟΑ
Ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ χριστιανισμὸς
Ι4εύτερη συνέχεια]
Δύο εἰδικὲς «φιλοσοφικὲς ἑρμηνεῖες τῆς
προχριστιανικῆς λατρείας θὰ μᾶς ἁπασχολήσουν
ἐν συντομίᾳ ἐδῶ, ἐπειδὴ εἶναι σχετικὲς
μὲ τὸ κύριο θέμα μας, τὴν ἐμπλοκὴ
τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας μὲ τὸ χριστιανισμό.
Ἢ πρώτη εἶναι ἡ θεωρία, ποὺ φαίνεται
νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ Ξενοκράτη, τὸ μαθητή
τοῦ Πλάτωνος (Πλουτάρχου, Ἶσις
καὶ Ὅσιρις, 361β) καὶ ποὺ ἀναπτύσσεται ἀπὸ
τὸ νεοπλατωνικὸ Πορφύριο στὴν πραματεία
του γιὰ τὴ φυτοφαγία (Περὶ ἁποχῆς
ἐμψύχων, 2.40-3), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ
παραδοσιακὲς διηγήσεις (μῦθοι) καὶ ἵεροτελεστίες,
τὶς ὁποῖες οἱ φιλόσοφοι εὗρισκαν
ἀποκρουστικὲς, ἀναφέρονται στὴν
κατώτερη τάξη τῶν πονηρῶν πνευμάτων
(δαίμονες) μᾶλλον παρὰ στοὺς θεούς. Ἡ
θεωρία αὐτὴ κατὰ τὴν περίοδο τῆς συγκρούσεως
μεταξὺ χριστιανισμοῦ καὶ ἁρχαίου
κόσμου ἀποδείχθηκε πάρα πολὺ ἆτυχὴς
ἀπολογητικὴ ἐπινόηση τῶν ἐθνικῶν, ἡ
ὁποία, χωρὶς νὰ προσφέρη τίποτε στὴν ὑπεράσπιση
τοῦ κύρους τῶν ἀρχαίων θεῶν,
χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς,
γιὰ ν ̓ ἀποδειχθῆ, ὅτι ἀκόμη καὶ κατὰ τὴ
γνώμη τῶν πιὸ μορφωμένων μὴ Χριστιανῶν
οἱ θεοὶ αὐτοὶ δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο ἀπό
δαίμονες, μὲ τὴ σημασία ποὺ οἱ Χριστιανοί
ἔδιναν στὸν ὅρο αὐτό. Ἡ ἄλλη φιλοσοφικὴ
ἑρμηνεία, ποὺ ἦταν πιὸ σημαντικὴ καὶ ἄσκησε
θετικὴ ἐπίδραση στὸ χριστιανικὸ
δόγμα καὶ τὴν πρακτική, ἀποτελοῦσε ὑπεράσπιση
της λατρείας τῶν ἀνθρωπομόρφων
εἰκόνων τῶν θεῶν ἐναντίον προφανῶς
τῆς κριτικῆς ποὺ ἀσκοῦσαν οἱ Στωικοί κατὰ
τῆς ἰσχύουσας αὐτῆς πρακτικῆς (ποὺ
μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθεὶ στὸ τέλος τοῦ α αἱ.
μ.Χ.), ἑρμηνεία ποὺ χρησιμοποίησαν ἀργότερα
ὁ Κέλσος, ὁ Πορφύριος καὶ ἄλλοι, γιὰ
νὰ ἀντικρούσουν τὶς χριστιανικὲς κατηγορίες
περὶ εἰδωλολατρίας καὶ ξανάρθε στὴν
ἐπικαιρότητα ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς πιθανῶς
κατά τὸ τέλος περίπου τοῦ στ ̓ αἱ.
μ.Χ., ὁπότε οἱ τελευταῖοι ἐγκατέλειψαν
τὴν ἐκ παραδόσεως ἑβραϊκὴ ἀπέχθειά τους
κατὰ τῆς λατρείας τῶν ἱερῶν εἰκόνων.("
(1) Γιὰ τὴ φιλοσοφικὴ αὐτὴ ὑπεράσπιση τῶν
εἰκόνων καὶ τὴν ἀναβίωσή της ἀπὸ Χριστιανοὺς
καὶ τὴν μεταγενέστερη χρησιμοποίησή τῆς κατὰ
τὴν Εἰκονομαχία. βλ. Ρ.]. Αἰεχαπάες, 7μὸ βΡα!γί-
Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι τοῦ παρελθόντος
καὶ τῶν χρόνων ποὺ ἐξετάζουμε εἶχαν, ἀπὸ
τὴ σκοπιὰ τῶν Χριστιανῶν, πολλὰ νὰ προσφέρουν
στὴν θρησκευτικὴ καὶ ἠθικὴ διδασκαλία,
ποὺ δὲν ἦταν ἀναγκαστικά συνυφασμένη
μόνο μὲ τὴν ἀρχαία λατρεία καὶ
μυθολογία, ἀλλὰ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι
χρήσιμη καὶ γιὰ τοὺς χριστιανικοὺς σκοπούς.
̓Απομένει νὰ ἐξετασθῆ, τί ἐπεδίωκαν
οἱ Χριστιανοὶ ποὺ χρησιμοποίησαν τὶς ἑλληνικὲς
φιλοσοφικὲς ἰδέες, ποιές ἀπ ̓ αὐτὲς
υἱοθέτησαν ἤ ἀπὸ ποιὲς ἐπηρεάσθηκαν ἆσυναίσθητα
καὶ πῶς ἐξελίχθηκαν οἱ ἰδέες
αὐτὲς μὲ τὴ νέα χριστιανικὴ τους ἀμφίεση.
(Φαίνεται, ὅτι ὑπάρχουν ἐλάχιστες σοβαρὲς
ἐνδείξεις γιά ἀντίστροφη ἐπίδραση τοῦ
χριστιανισμοῦ ἐπὶ τῆς ὑστέρας ἑλληνικῆς
φιλοσοφίας, μολονότι ὁ ̓Αμμώνιος «Σακκᾶς»,
ὁ διδάσκαλος τοῦ Πλωτίνου κατὰ
τὸν γ ̓ αἰ., λέγεται, ὅτι ἦταν ἀρνησίθρησκος
Χριστιανός, καὶ μολονότι δὲν μπορεῖ νὰ ᾱποκλεισθῆ
ἀπόλυτα κάποια χριστιανικὴ ἐπίδραση
τῇδε κακεῖσε στὸν ὕστερο Νεοπλατωνισμὸ
τῶν ε ́ καὶ στ αἰώνων). Οἱ
Χριστιανοὶ ποὺ χρησιμοποίησαν τὴν ἕλληνικὴ
φιλοσοφία γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ κάνουν
ἀντιληπτὰ τὰ δόγματα τῆς θρησκείας
τους, νὰ τὰ συνδυάσουν μὲ ἄλλα θρησκευτικὰ
δόγματα ἤ νὰ τὰ προσδιορίσουν ἀντιπαραθέτοντάς
τα πρὸς ἄλλες χριστιανικὲς
δογματικὲς θέσεις, ἀνέπτυξαν οὐσιαστικὰ
ὅμοιες δραστηριότητες μὲ ἐκεῖνες τοῦ μείζονος
προκατόχου τους, τοῦ Ἰουδαίου Φίλωνος
τοῦ ̓Αλεξανδρέως (ἑνὸς συγχρόνου
τοῦ ἀποστόλου Παύλου), τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίὅραση,
ἄμεση ἤ ἔμμεση, ἐπὶ τῶν Χριστιανῶν
διανοουμένων ὑπῆρξε πολὺ μεγάλη,
μολονότι ὁ ἴδιος ἐπηρέασε λίγο ἥ καθόλου
τὴν ἑβραϊκὴ σκέψη. ̓Επεδίωκαν τοῦτο μόνο,
νὰ μεταφράσουν τὴ θρησκευτικὴ ἀποκάλυψη,
ποὺ δόθηκε μέσω τῆς ἑβραϊκῆς
Γραφῆς στὴν ὁποία πρόσθεταν τὴ δική
τους Καινὴ Διαθήκη, μὲ ὄρους κατανοητούς
καὶ ἀποδεκτούς ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ
εἶχαν, πολὺ ἤ λίγο, σπουδάσει τὴν ἑλληνικὴ
φιλοσοφία.
ΑΤΕΠ Νίοδερμογιις (Οχίογα, 1958), κεφ. ἢἰ καὶ Α. Η.
ΑιπηςΙΓΟΠΡ. "Φοπιε { οπιπιδπἰς οη Ι1Π6 Ώενείορπιεπί
οὗ τη6 ΤΠΕΟΙΟΡΥ οἱ Ιπιαρες” (Φιμάία Ραϊτίςιίσα. ΙΧ.
Βεγ]η 1966. σελ. 1 17-26).