ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

154ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1994

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9097 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
56 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Έφταιξες, Ιωάννα — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 9097 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 154

Κείμενο φύλλου

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ "Εφταιδες, Ιωάννα «- Τό θάνατο; Πῶς εἶν' ὁ θάνατος; “Ἔνα σούσουρο ἀνέδαινε τότε ἀπὸ τὶς χαλαμιὲς ποὺ χώριζαν. τοὺς ἀμμόλοφους ἆ ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο. -"Ακουσε, ]ωάννα, δὲν ξέρουμε τί γίνεται στὸν κάμπο, ὅμως ἐδῶ στοὺς ἀμμόλοφους δὲν ὑπάρχει θάνατος. Κύτταξ ̓ ἀπόψε, πού’ ν ̓ἀστροφεγγιά. Βλέπεις ἑ ἐκεῖνον τὸν ) ἀσπριδερὸ ὀρόμο, τὸν καμωμένο μὲ μύρι ̓ ἀστέρια; Ξεκινάει ἀπὸ τὸ ψηλότερο μέρος τ ̓ οὐρανοῦ: χι ἔρ χεται στοὺς ἀμμόλοφους. Ἡ προμάμμη μας εἶδε τὸ ) μοναχοπαίδι τοῦ Θεοῦ νὰ κατεδαίνει ἀπὸ κεῖ μὲ μιὰ μικρὴ φλόγα στὸ χέρι, ποὺ τὴν πῆραν οἱ ψαρᾶδες καὶ τὴν ἔχλεισαν στὸ στῆθος τους. ̓Απὸ τότε κατέχουν τὸ μυστικὸ τῆς ἀνθρώπινης εὔτυ χίας, κι ὅποιος ζήσει στοὺς ἀμμόλοφους παίρνει αὐτὴ τὴ φωτιά, ποὺ περπατάει ἀπὸ καρδιὰ σὲ καρδιὰ καὶ δὲ γνωρίζει τὸ θάνατο». Αὐτὰ μὲ τὴν ̓Ιωάννα, ποὺ εἰχε τὰ λημέρια τῆς στοὺς ἀμμόλοφους' χαζολόγαγε μὲ τ ̓ ἀστέρια χαὶ ἔόλεπε τὰ τραῖνα νὰ περνοῦν. «Πόσο σπουδαῖοι μοῦ φαίνονταν τότε οἱ ἄνθρωποι ποὺ πᾶνε μὲ τὰ τραῖνα...». Μεγάλος πειρασμὸς τὰ τραῖνα' λὲς κι εἶχαν ἐφευρεθεῖ, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν ἄνθρωπο στὴν ἡσυχία του. Κάποτε τὴν πῆραν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Καὶ τὸ σχηνικὸ ἄλλαξε καὶ τὰ πράγματα καὶ οἱ ἄλλοι σφίξανε τανάλια καὶ στὸ ὄάθος τῶν μεγάλων δρόμων δὲν ἔδλεπαν παρὰ τὸ «σμόου»» τὸ «φόγχ». Καὶ τὸ ποτάμι δὲν εἰχε γυρισμό. Τότε εἶναι, ποὺ ἔπεσε πάνω στὸν Μπίλλυ Γχράχαμ. Λαὸς ξωπίσω του" «ἑωράκαμεν... », Ὃ Μπίλλυ χατεῖχε «Τὸ Μυστικὸ τῆς Εὐτυχίας»: «Μαχάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι» κιλπ. Πνεῦμα μὲ τὸ σταγονόμετρο δηλαδὴ 7 ἢ καὶ χαθόλου πνεῦμα, ὅ,τι ἀκριόῶς ἆ ἀπαιτοῦσαν οἱ ἀνάγκες τῆς Εκκλησίας, στὸ περίπου, κάτι σὰν τὴν παιδεία ποὺ παρεῖχαν τὰ «κρυφὰ σχολειά». «Ὅταν τὸ μάθεις, σφύρα μου, γιὰ νὰ γίνω κι ἐγὼ εὐτυχισμένος», εἶπε ὁ Θεός, ὁ ἐπίγειος, καὶ μὴ λέμε ὁὀνόματα. Πῶς νὰ σὲ πάρει πιὰ στὰ σοδαρὰ ἡ ̓Ιωάννα, Μπίλλυ; Μοσχαναθρεμμένος ἐ ἐσὺ μὲ τὴ Βἱβίο, ὠνομάτιξες «λέξι» τὸ Λόγο: «ἴπ 16 θορἰπηΙπρ ννας (ο Ἰγογά». Φτώχεια καὶ τῶν γονέων. «Λόγια γιὰ λόγια κι ἄλλα λόγια» χι «ἡ ὀμορφιὰ τῆς χλόης» νὰ φεύγει προτροπάδην μπροστὰ στὴν ἀποστολικὴ παραίνεσι «διὰ τὰς πορνείας ἐχέτω τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα». Δύστυχε Μπίλλυ. Ε Ὃ δικός μας πάντως, παντογνώστης κι αὐτὸς καὶ πλήρης, ἦταν κατηγορηματικός: «Εὐτυχία εἶναι ἡ ἐπιτέλεσις τοῦ καθήκοντος»: καὶ κρυφὸς σπασμὸς ἔσφιγγε τὴ μάσκα στὸ πρόσωπό του. Καὶ ἀνένδοτος: «Εκκλησία, μία νέα κοινωνία σὲ πορεία». Εμπρός, μάρς. «Τὰ χριστιανόπουλα κινῆσαν μὲ χαρά...». Κινῆσαν. Καὶ μετά, Ὑπόσχεσι καὶ ἀπόδειξι εὐτυχίας ὁ ἴδιος, ἔλαμπε ὁλόχληρος: τὸ μεγάλο ὅπλο του τὸ καινούργιο ποὺ ἔφερνε, ποὺ δὲν εἰχαν οἱ ἄλλοι. Ο λόγος του ὅμως δὲν ἔπειθε. ̓Αντιμειώπιζε σκληρὸ ἀντίλογο ἀπὸ σκληρὰ καρύδια, κι ἔξυπνος καθὼς ἦταν καὶ ἀποφασισμένος νὰ ἐπιτύχει, κατάλαδε. Δἀιαολόπαιδα. Εκνευρίστηκε γρήγορα, ἔγινε δύστροπος, ἡ γοητεία του ἔσδησε μαζὶ μὲ τὴ λάμψι τῆς εὐτυχίας. Εἶδε κι ἀπόειδε καὶ μὲ τὰ οἰκονομικά του, τὰ δρόντηξε κάτω κι ἔγινε παπᾶς σὲ διάσημο ναό. «Μιὰ ἐκκλησία κούκλα» καὶ σίγουρα πράματα. Ἢ μυστηριαχἡ ζωὴ -μαγεία/-, τὸ «χριστιανικὸ δίωμα», ἡ παράδοσι (ρωμαϊκο-ἑδραϊκὸ στοιχεῖο) καὶ ὁ ἄμόωνας, ψηλοκρεμαστός, πολὺ πάνω ἀπὸ τὰ χεφάλια τῶν πιστῶν, δούλευαν πιὰ γι’ αὐτόν. «Τάδε ἔφη Κύριος». Καὶ ὁ φόδος φυλάει τὰ ἔρμα καὶ ἡ διαλυτικἠ ἀνασφάλεια καὶ ἡ συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως καλλιεργούμενη ἐνοχή. Καὶ πέτυχε. Καὶ ἔζησε «ἐν εἰρήνῃ». Καὶ «ἀπήλαυσε τὰ ἀγαθὰ τοῦ ̓Α ὁραάμ, τοῦ ̓Ισαὰχ καὶ τοῦ ̓Ιακώδ». Οἱ πρώην ἀντίπαλοι εἶχαν ξεπεραστεῖ, κανεὶς δὲ μιλοῦσε πιὰ γι’ αὐτούς, ἀλλὰ ἡ παλιὰ πληγὴ δὲν εἶχε χλείσει. Τοὺς περίμενε γιὰ τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν τους, δὲν εἰχαν ἄλλη ἐπιλογή. « ̓Εμένα ἢἢ τὰ τάνκς». 'Η «νέα κοινωνία», πάντα κυδερνητική, σὲ κοινὴ πορεία μὲ τὴ Δημοκρατία, ὅπως ἄλλοτε μὲ τοὺς Καίσαρες καὶ τοὺς αὐτοκράτορες. Καὶ ὅταν ἡ Ρώμη ξέπεσε (τὴν ξέπεσαν), μὲ τὸ ̓[σλάμ μὲ τὸν πολυχρονεμένο μας τῆς «ἐλέῳ Θεοῦ Μεγάλης τῶν ̓Οθωμανῶν βασιλείας». «Πῦλαι ̓Αδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Σὰν εἶδε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν (Αόραάμμ, ̓Ισαὰκ καὶ ̓Ιακώθ), ὅτι τ ̓ ἀγαπημένα του τεΧνία τὴν εὕρισκαν ἀνάσκελα χαξεύοντας τοὺς εὐρωπαίους τουρίστες, πού ̓χαν ὀγεῖ γιὰ πλιά-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →