ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

154ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1994

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9105 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
64 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Λώτ — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 9105 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 154

Κείμενο φύλλου

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ | ε. 4ὠτ Τί θὰ γίνῃ μ ̓’ αὐτοὺς τοὺς ἅγιους προπάτορες (ἡμῶν, τῶν ̓ Ελλήνων); Δὲν θὰ τελειώσουν καμμιὰ φορά... Αρχίζω νὰ ἀνησυχῶ. Τέλος πάντων. Σήμερα λοιπὸν θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν Λώτ. Εναν ἀκόμα ἀστέρα τῆς πινακοθήκης μας. Ο Λὼτ λοιπὸν ἦταν ἐγγόνι τοῦ) Αόραάμ. Καὶ γυιὸς τοῦ Αρράν. Τσοπάνης κι’ αὐτὸς κλασσικός, ὅπως κι’ ὅλο του τὸ σόι. Γκλίτσα του κι’ ἅγιός του ὃ Γιαχθέ. ̓Εδῶ πρέπει νὰ γίνῃ ἕνας διαχωρισμός, γιὰ νὰ μὴν μᾶς παρεξηγήσουν οἱ Ἕλληνες τσοπάνήδες. “Ἢ διαφορὰ τοῦ Ελληνα ἀπὸ τὸν Εδραῖο τσοπάνη εἶναι, ὅτι σ ̓ ἕνα κοπάδι τὸν πρῶτο τὸν ξεχωρίζεις κι’ ἀπὸ μακρυά, ἐνῶ γιὰ τὸν δεύτερο, ὅσο κι’ ἂν πλησιάσεις, πάντα θὰ διατηρεῖς μέσα του τὴν ἀμφιδολία (ὄλέπε τὸν δασύτριχο ̓Ησαῦ). Μιὰ μέρα λοιπὸν ξεκίνησαν μαζὶ μὲ τὸν παππούλη (ἡμῶν, τῶν ̓Ελλήνων) ̓Αδραὰμ γιὰ νέους τόπους (διάδαζε: νέα κορόϊδα). Μάζεψαν ὅλα τους τὰ συμπράγκαλα, τὰ δόδια, τὰ πρόδατα, τοὺς δούλους καὶ τὶς σκηνές, καὶ δρόμο παίρνουν, δρόμο ἀφήνουν, νάσου καὶ φτάνουν στὸν πρῶτο τους σταθμό. Τότε ὅμως «καὶ δὲν ἐχώρει αὐτοὺς ἡ γῆ διὰ νὰ κατοικῶσιν ὁμοῦ. Καὶ συνέόδη ἔρις μεταξὺ τῶν ποιμένων τῶν κτηνῶν τοῦ Αόραὰμ καὶ τῶν ποιμένων τῶν κτηνῶν τοῦ Λώτ' οἱ δὲ Χανααναῖοι καὶ οἱ Φερεζαῖοι κατῴκουν τότε τὴν γῆν» (Γέν. ιγ ́ 6-7). Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε ἐμεῖς, δυὸ γάϊδαροι μαλλώνανε σὲ ξένο ἀχυρῶνα. "Ετσι στοὺς Χανααναίους καὶ Φερεζαίους, ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖ, φυσικὰ δὲν ἔπεφτε λόγος. Αὐτὸ μᾶς ἔλειπε τώρα. ̓Εδῶ δὲν χωρᾶνε τὰ κοπάδια τοῦ ̓Αόραὰμ καὶ τοῦ Λώτ, θὰ χωρέσουν δυὸ ὁλόχληρες φυλές; ”Αντες μὴ θυμώσει καὶ ὁ μπαμπούλας, ὁ Γιαχδὲ καὶ ἔρθει καὶ σᾶς κάνει ὅλους ντά... 0 σοφὸς προπάτορας ἡμῶν ὅμως, ὁ ἄλλος, ὁΑόραάμ, δρῆκετὴν λύση: «Ας μὴν εἶναι, παρακαλῶ, ἔρις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ, καὶ μεταξὺ τῶν ποιμένων μου καὶ τῶν ποιμένων σου' διότι ἀδελφοὶ εἴμεθα ἡμεῖς' διαχωρίσθητι λοιπὸν ἀπ’ ἐμοῦ: ἐὰν σὺ ὑπάγης εἰς τὰ ἀριστερά, ἐγὼ ὑπάγω εἰς τὰ δεξιά: καὶ ἐὰν σὺ εἰς τὰ δεξιά, ἐγὼ εἰς τὰ ἀριστερά» (Γέν. ιγ ́ 8-9). Πώ, πὼ εὐγένεια, πώ, πώ, φιλοσοφία!! Τοῦ πῆρε πολὺ νὰ τὸ σκεφτῇ; Τὸν ἔρριξε τὸν ἑαυτό του ὁ προπάτορας ἡμῶν ́ ̓Αόραάμ. Καὶ ἀφοῦ ὁ Λὼτ διάλεξε τὸ κομμάτι του, χωρίσαν τὰ τσανάκια τους. Στὸ μέρος ποὺ πῆγε ὁ Λὼτ ἦταν καὶ ἡ πόλη τῶν Σοδόμων. «Οἱ δὲ ἄνθρωποι τῶν Σοδόμων ἦσαν κακοὶ» (Γέν. ιγ ́ 13). ̓Εκεῖ καὶ διάλεξε νὰ μείνῃ ὁ Λώτ. Μία μέρα λοιπὸν ποὺ καθόταν κοντὰ στὴν πύλη τῆς πόλης, ὀλέπει δύο ἄγγελους νἄρχονται πρὸς τὸ μέρος του. «Δύσκολοι καιροὶ γιὰ τσοπάνη δες», σκέφτηκε. «Κάτσε, νὰ πιάσουμε κανένα καλὸ μέσον. ̓Απὸ καταστροφὴ σὲ καταστροφὴ τὸ πάει ὁ Γιαχόέ, ξέρεις τί γίνεται»; Καὶ ἔτρεξε καταπάνω τους. «Καὶ εἰπεν. ̓Ιδού, κύριοί μου, ἐκκλίνετε, παρακαλῶ, πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ δούΛου σας, καὶ διανυκτερεύσατε, καὶ πλύνατε τοὺς πόδας σας: καὶ σηκωθέντες πρωί θέλετε ὑπάγει εἰς τὴν ὁδόν σας» (ιθ ́ 2). Οἱ ἄγγελοι ὅμως τὸν πῆραν πρέφα: «Οἱ δὲ εἶπαν. Οὐχί, ἀλλ ̓ ἐν τῇ πλατείᾳ θέλομεν διανυκτερεύσει» (Γέν. ιθ 2). Ὃ Λὼτ ὅμως δὲν καταλάδαινε ἀπ’ αὐτά, κι’ ἔτσι «ἀφοῦ δὲ ἐδίασεν αὐτοὺς πολύ, ἐξέκλιναν πρὸς αὐτόν, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ» (ι6 ́ 3). ι:άποια στιγμὴ ὅμως μαξεύτηκε κόσμος ἔξω ἀπ’ τὸ σπίτι του ἀπαιτῶντας: «ἔκδαλε αὐτούς, διὰ νὰ γνωρίσωμεν αὐτοὺς» (ιθ 5). Πονηρὸς ὅμως ὁ Λώτ, σοῦ λέει, «δὲν φτάνει ποὺ μὲ τὸ στανιὸ τοὺς κατάφερα, τὼρα θὰ μοῦ τοὺς πάρουνε;» «Μή, ἀδελφοίμου, μὴ πράξητε τοιοῦτον κακόν, ἰδοὺ ἔχω δύο θυγατέρας, αἵτινες δὲν ἐγνώρισαν ἄνδρα" νὰ σᾶς φέρω λοιπὸν αὐτὰς ἔξω: καὶ κάμετε εἰς αὐτὰς ὅπως φανῇ εἰς σᾶς ἀρεστόν'
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →