ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
154ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1994
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Λώτ — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ |
ε. 4ὠτ
Τί θὰ γίνῃ μ᾽’ αὐτοὺς τοὺς ἅγιους προπάτορες (ἡμῶν, τῶν ᾿ Ελλήνων); Δὲν θὰ τε-
λειώσουν καμμιὰ φορά... Αρχίζω νὰ ἀνησυχῶ. Τέλος πάντων. Σήµερα λοιπὸν θὰ
μιλήσουμε γιὰ τὸν Λώτ. Εναν ἀκόμα ἀστέρα τῆς πινακοθήκης µας. Ο Λὼτ λοιπὸν
ἦταν ἐγγόνι τοῦ) Αόραάμ. Καὶ γυιὸς τοῦ Αρράν. Τσοπάνης κι’ αὐτὸς κλασσικός,
ὅπως κι’ ὅλο του τὸ σόι. Γκλίτσα του κι’ ἅγιός του ὃ Γιαχθέ. ᾿Εδῶ πρέπει νὰ γίνῃ
ἕνας διαχωρισμός, γιὰ νὰ μὴν μᾶς παρεξηγήσουν οἱ Ἕλληνες τσοπάνήδες. “Ἢ
διαφορὰ τοῦ Ελληνα ἀπὸ τὸν Εδραῖο τσοπάνη εἶναι, ὅτι σ᾽ ἕνα κοπάδι τὸν πρῶτο
τὸν ξεχωρίζεις κι’ ἀπὸ μακρυά, ἐνῶ γιὰ τὸν δεύτερο, ὅσο κι’ ἂν πλησιάσεις, πά-
ντα θὰ διατηρεῖς µέσα του τὴν ἀμφιδολία (ὄλέπε τὸν δασύτριχο ᾿Ησαῦ).
Μιὰ μέρα λοιπὸν ξεκίνησαν μαζὶ μὲ τὸν παππούλη (ἡμῶν, τῶν ᾿Ελλήνων)
᾿Αδραὰμ γιὰ νέους τόπους (διάδαζε: νέα κορόϊδα). Μάζεψαν ὅλα τους τὰ συ-
μπράγκαλα, τὰ δόδια, τὰ πρόδατα, τοὺς δούλους καὶ τὶς σκηνές, καὶ δρόµο παίρ-
νουν, δρόµο ἀφήνουν, νάσου καὶ φτάνουν στὸν πρῶτο τους σταθμό. Τότε ὅμως «καὶ
δὲν ἐχώρει αὐτοὺς ἡ γῆ διὰ νὰ κατοικῶσιν ὁμοῦ. Καὶ συνέόδη ἔρις μεταξὺ τῶν ποι-
μένων τῶν κτηνῶν τοῦ Αόραὰμ καὶ τῶν ποιμένων τῶν κτηνῶν τοῦ Λώτ' οἱ δὲ Χα-
νααναῖοι καὶ οἱ Φερεζαῖοι κατῴκουν τότε τὴν γῆν» (Γέν. ιγ΄ 6-7).
Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε ἐμεῖς, δυὸ γάϊδαροι µαλλώνανε σὲ ξένο ἀχυρῶνα. "Ετσι
στοὺς Χανααναίους καὶ Φερεζαίους, ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖ, φυσικὰ δὲν ἔπεφτε λόγος.
Αὐτὸ μᾶς ἔλειπε τώρα. ᾿Εδῶ δὲν χωρᾶνε τὰ κοπάδια τοῦ ᾿Αόραὰμ καὶ τοῦ Λώτ,
θὰ χωρέσουν δυὸ ὁλόχληρες φυλές; ”Αντες μὴ θυμώσει καὶ ὁ μπαμπούλας, ὁ Γιαχ-
δὲ καὶ ἔρθει καὶ σᾶς κάνει ὅλους ντά... 0 σοφὸς προπάτορας ἡμῶν ὅμως, ὁ ἄλλος,
ὁΑόραάμ, δρῆκετὴν λύση: «Ας μὴν εἶναι, παρακαλῶ, ἔρις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ,
καὶ μεταξὺ τῶν ποιμένων µου καὶ τῶν ποιμένων σου' διότι ἀδελφοὶ εἴμεθα ἡμεῖς'
διαχωρίσθητι λοιπὸν ἀπ’ ἐμοῦ: ἐὰν σὺ ὑπάγης εἰς τὰ ἀριστερά, ἐγὼ ὑπάγω εἰς τὰ
δεξιά: καὶ ἐὰν σὺ εἰς τὰ δεξιά, ἐγὼ εἰς τὰ ἀριστερά» (Γέν. ιγ΄ 8-9). Πώ, πὼ εὐγέ-
νεια, πώ, πώ, φιλοσοφία!! Τοῦ πῆρε πολὺ νὰ τὸ σκεφτῇ; Τὸν ἔρριξε τὸν ἑαυτό του
ὁ προπάτορας ἡμῶν ΄᾿Αόραάμ. Καὶ ἀφοῦ ὁ Λὼτ διάλεξε τὸ κομμάτι του, χωρίσαν
τὰ τσανάκια τους. Στὸ µέρος ποὺ πῆγε ὁ Λὼτ ἦταν καὶ ἡ πόλη τῶν Σοδόμων. «Οἱ
δὲ ἄνθρωποι τῶν Σοδόμων ἦσαν κακοὶ» (Γέν. ιγ΄ 13). ᾿Εκεῖ καὶ διάλεξε νὰ μείνῃ
ὁ Λώτ.
Μία μέρα λοιπὸν ποὺ καθόταν κοντὰ στὴν πύλη τῆς πόλης, ὀλέπει δύο ἄγγελους
νἄρχονται πρὸς τὸ μέρος του. «Δύσκολοι καιροὶ γιὰ τσοπάνη δες», σκέφτηκε. «Κά-
τσε, νὰ πιάσουμε κανένα καλὸ μέσον. ᾿Απὸ καταστροφὴ σὲ καταστροφὴ τὸ πάει
ὁ Γιαχόέ, ξέρεις τί γίνεται»; Καὶ ἔτρεξε καταπάνω τους.
«Καὶ εἰπεν. ᾿Ιδού, κύριοί μου, ἐκκλίνετε, παρακαλῶ, πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ δού-
Λου σας, καὶ διανυκτερεύσατε, καὶ πλύνατε τοὺς πόδας σας: καὶ σηκωθέντες πρωί
θέλετε ὑπάγει εἰς τὴν ὁδόν σας» (ιθ΄ 2). Οἱ ἄγγελοι ὅμως τὸν πῆραν πρέφα: «Οἱ
δὲ εἶπαν. Οὐχί, ἀλλ᾽ ἐν τῇ πλατείᾳ θέλομεν διανυκτερεύσει» (Γέν. ιθ 2).
Ὃ Λὼτ ὅμως δὲν καταλάδαινε ἀπ’ αὐτά, κι’ ἔτσι «ἀφοῦ δὲ ἐδίασεν αὐτοὺς πο-
λύ, ἐξέκλιναν πρὸς αὐτόν, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ» (ι6΄ 3). ι:άποια στιγ-
μὴ ὅμως μαξεύτηκε κόσμος ἔξω ἀπ’ τὸ σπίτι του ἀπαιτῶντας: «ἔκδαλε αὐτούς, διὰ
νὰ γνωρίσωμεν αὐτοὺς» (ιθ 5). Πονηρὸς ὅμως ὁ Λώτ, σοῦ λέει, «δὲν φτάνει ποὺ
μὲ τὸ στανιὸ τοὺς κατάφερα, τὼρα θὰ μοῦ τοὺς πάρουνε;» «Μή, ἀδελφοίμου, μὴ
πράξητε τοιοῦτον κακόν, ἰδοὺ ἔχω δύο θυγατέρας, αἵτινες δὲν ἐγνώρισαν ἄνδρα"
νὰ σᾶς φέρω λοιπὸν αὐτὰς ἔξω: καὶ κάμετε εἰς αὐτὰς ὅπως φανῇ εἰς σᾶς ἀρεστόν'