ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
156ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1994
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
- Η "Νεοελληνική Γραμματική" του Αγαπητού Τσοπανάκη — ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Γ.
Κείμενο φύλλου
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΤΑΓΕΙΡΙΤΗΣ, Ὠγυγία
Οἱ ̓Αρχαιοέλληνες χώριζαν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου σὲ τρεῖς ἐποχὲς ἤτοι τὴν «ἄδηλον»
-κατὰ τὸν ̓Αριστοτέλη: ἡ ἱστορία τῶν «πρὸ τῆς νῦν γενέσεως» --, τὴν «μυθικὴ ν» καὶ τὴν «ἱστορικήν».
Ἢ ἄδηλος ἐποχή, τῆς ὁποίας ἡ ἀφετηρία ἦτο καὶ παραμένει ἄγνωστη, τελειώνει μὲ τὸ
γεγονὸς τοῦ κατακλυσμοῦ τοῦ Ὠγύγου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴ ἐθασίλευσαν οἱ θεοί, οἱ ὁποῖοι
ἀποθεώθηχαν, ἐπειδὴ ἐξετέλεσαν «ἔργα θαυμαστὰ καὶ μεγάλα», γι αὐτὸ καὶ πολλοὶ ὀνομάζουν
τὴν ἐποχὴ ἐτούτη «Αἰῶνα τῶν Θεῶν». Κατὰ τὸν Αἰῶνα τῶν Θεῶν οἱ ἄνθρωποι χυθερνήθηκαν
κατὰ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο μὲ ἀπόλυτη δικαιοσύνη καὶ ἀξιοκρατία. ̓Ασφαλεῖς
καὶ ἐλεύθεροι ἀνέπτυξαν ὅλες τους τὶς ψυχο-πνευματικὲς δυνάμεις καὶ ἀρετὲς καὶ δημιούργησαν
ἕναν ὑπέρλαμπρο πολιτισμό, τὸν ὁποῖο ποτὲ δὲν θὰ παύσουν ν ̓ ἀναπολοῦν οἱ ἄνθρωποι.
Φαίνεται, ὅτι ἡ δημιουργία τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας ἀποτελεῖ ἄθλημα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς,
γι αὐτὸ καὶ πολλοὶ στοχαστὲς καὶ φιλόσοφοι τὴν ἀποκαλοῦν «Γλῶσσα τῶν Θεῶν».
Ὃ κατακλυσμὸς τοῦ Ὠγύγου ἔθαψε τὰ μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ στὴ λάσπη! ἀλλὰ ὄχι
ὅλα. Στὶς κορυφὲς τῶν θουνῶν, ὅπου συνήθιζαν νὰ οἰκοδομοῦν ναοὺς καὶ μουσεῖα, διασώθηχε
μεγάλο μέρος πολιτιστικῶν μνημείων, τὰ ὁποῖα ὡστόσο κατανοοῦσαν καὶ διεχειρἰζοντο μόνον
οἱ ἱερεῖς χι οἱ ἱέρειες, τὶς ὁποῖες ἡ «Μυθολογία» ἀναφέρει ὡς «Μοῦσες». Ἡ «Μυθολογικὴ
Ἐποχὴ» ἢ «Ἡρωικὸς Αἰὼν» ἀρχίζει ἀπ ̓ τὰ ἀμέσως μετακατακλυσμιαῖα ἔτη. Μετὰ τὸν κατακλυσμὸ
κοινοὶ ἀπατεῶνες καὶ ἐξ-ουσιαστικοὶ ἄνθρωποι, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν σύγχυση καὶ
τὴν ἀμάθεια τῶν ἀνθρώπων, αὐτοανακηρύχτηκαν σὲ δασιλεῖς ἢ τυράννους αὐτοπροθαλλόμενοι
ὡς «τέκνα τῶν θεῶν-δασιλέων». ̓Εξυπακούεται, ὅτι οἱ ἐξ-ουσιαστὲς καταπίεζαν κι ἀπομυζοῦσαν
τοὺς κόπους τῶν ἀνθρώπων, φροντίζοντας συγχρόνως νὰ τοὺς χρατοῦν στὸ σκότος
τῆς ἀμάθειας καὶ τοῦ φόδου, κάτι ἀνάλογο δηλαδὴ μ ̓ αὐτὸ ποὺ πράττουν κι οἱ σύγχρονοι ἐξουσιαστές.
Ἐναντίον τῶν τυράννων αὐτῶν ὕψωσαν τὸ ἀνάστημά τους ἀρχετοὶ προικισμένοι
ἀπ ̓ τὴ φύση καὶ μορφωμένοι στὰ ἱερὰ καὶ μουσεῖα ἄνθρωποι. Αὐτοὺς τοὺς τελευταίους τοὺς
τίμησαν οἱ λαοὶ καὶ τοὺς ἀνεκήρυξαν «ἥρωες». Καὶ ἐπειδὴ ἡ παιδεία τους, τὸ πρότυπό τους
ο
ι
ι
-
Ρ,
Η «Νεοελληνική Γραμματική» τοῦ ̓Αγαπητοῦ Τσοπανάκη
Τὸν Αὔγουστο τοῦ [994 ἔπεσε ὡς κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ ἡ ἔκδοση τῆς «Νεοελληνικῆς Γραμματικῆς»
τοῦ καθηγητοῦ ̓ Αγαπητοῦ Τσοπανάκη, θιθλίου 830 σελίδων, περιλαμόάνοντος στὴν πληρέστερη μορφὴ
φωνητική, μορφολογία, σύνταξη καὶ λεδικολογία, δηλαδὴ ἔργου μνημειώδους γιὰ τὰ δεδομένα
τῆς σύγχρονης Ελλάδας, τὴν ὁποίαν οἱ ἁρμόδιοι ἐμόρφωναν ἐπὶ αἰῶνες μόνον μὲ τὸ Τυπικὸ μέρος
τῆς Γραμματικῆς, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσωμε τὸ ρῆμα «ἐμόρφωναν». “Η ὁλοκλήρωση
τῆς Γραμματικῆς ἀποτελεῖ τὴν δασικἡ προσφορὰ τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ̓ Αγαπητοῦ Τσοπανάκη. Πέραν
αὐτῆς ἡ «Νεοελληνικὴ Γι οαμματικὴ » ἀποκαθιστᾶ τὴν παράδοση σὲ ὡρισμένους τομεῖς τῆς Μορφολογίας,
τὴν ὁποίαν παρεδίασαν οἱ ὁπαδοὶ τῆς «ἀκραιφνοῦς δημοτικῆς», ἐλαυνόμενοι ἀπὸ τὸν οἶστρο
τῆς «προοδευτικότητας»: παρεπόμενα τοῦ ρήματος, ἱστορική ὀρθογραφία, τονισμός χ.ἄ.
Ὡστόσο ἔχομε καὶ κάποιες ἐκπλήξεις: ὁ Τσοπανάκης, πρῶτον, ἐκδάλλει τὴν μετοχὴ ἀπὸ τὰ μέρη
τοῦ λόγου καὶ στὴν θέση της τοποθετεῖ τὸ ἀριθμητικό' δεύτερον, στὸν χῶρο τῆς Μορφολογίας ὁμιλεῖ
γιὰ συντακτικὲς λειτουργίες τῶν μερῶν τοῦ λόγου, ἂν καὶ ὄχι ὅσο χρειάδεται' τρίτον, ἀπαλλάσσειτὴν
Σύνταξη ἀπὸ τὴν ὁρολογία τῆς Μορφολογίας, τὴν ὁποίαν ὁρολογία χρησιμοποιεῖ στὸν χῶρο
αὐτὸν μόνο δοηθητικἀ.
Οἱ ὁπαδοὶ τῆς «ἀκραιφνοῦς δημοτικῆς» ἀνησύχησαν. Ο κ. Βασίλης Φόρης, μέχρι πρό τινος διευθυντὴς
τοῦ Ινστιτούτου Τριανταφυλλίδη, ἔσπευσε νὰ γράψη («Τὰ Νέα», 10/9/1994) ἕνα ἀρθράκι
μὲ τὸν καθησυχαστικὸν τίτλο «Δὲν κινδυνεύει ὁ Τριανταφυλλίδης». 'Ο κ. Φόρης καὶ οἱ ὁμοϊδεάτες
του πιστεύουν, ὅτι «τὸ ρολόγι τῆς Γλωσσικῆς ̓Επιστήμης ἐσταμάτησε στὰ 1941»... Ας δοῦμε ὅμως
μερικὰ «θέματα οὐσίας», μὲ τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται νὰ μᾶς ἀπασχολήση ὁ κριτικὸς τοῦ Τσοπανάκη.
----τ-