ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
157ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Στα μαρμαρένια αλώνια — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
Στα μαρμαρένια ἀλώνια
Σὰ θγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὸ ΕΣΥ (στ) ἄγρια θουνὰ καὶ στ’ ἄγρια καταρρά ἱχια), νὰ εὔχεσαι
καὶ μὴ χειρότερα. Γιατὶ σὰ θὰ περάσεις τὴν πύλη τοῦ ἐφημερεύοντος μὲ ἄνθρωπο ξαπλωταριὰ
δίπλα σου, πᾶς καρφωτὸς γιὰ τὰ μαρμαρένια « ἁλώνια, γιὰ νὰ παλαίψεις μὲ τὶς
ἀντοχές σου. "Οχι, δὲν εἶναι ὁ) άροντας ποὺ σὲ φοδϊίδει, εἶναι ᾗ σκοτεινὴ ὄψι τῆς Σελήνης:
ἡ ἄλλη ὄψι. Τὸ ξόανο. Στὴν πύλη τοῦ ἐφημερεύοντος. ὁ κόσμος ἀλλάξει πουκάμισο, ξεψυοὔν
οἱ ψευδαισθήσεις καὶ ἡ μύτη σου ἀρχίδει νὰ τρώει μπουχό. Ποῦ θὰ σὲ θγάλει ἐ ἐτούτ ̓
ἢ περιπέτεια; "Ως ποιό σημεῖο θὰ μπορέσεις νὰ δοηθήσεις τὸν πεσμένο; «Μποροῦμε μόνο
νὰ ὄοη θήσουμε: σὲ μεμονωμένες στιγμὲς, ὂ χι πάντοτε (...). Σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ σώσουμε
τὸν κόσμο, εἶναι νὰ τὸν ἀντέξουμε». Καὶ θ’ ἀντέξεις. Πίσω δὲν ὑπάρχει. Θὰ σπαράξεις
στὸ νύχι τῆς γάτας.
Δὲν εἶναι παΐξε- γέλασε οἱ ἱ διάδρομοι μὲ τὰ σωληνάκια στὴν κοινὴ περιέργεια, οἱ ἱ σκάλες
ποὺ σοῦ κόδουν τὰ γόνατα, τὰ «ἀσσανσὲρ» ποὺ δὲν ἔρχονται. Οἱ ἄσπρες φιγοῦρες ποὺ περνοῦν
δίπλα σου διαστικές, χωρὶς ποτὲ νὰ σὲ ὄλέπουν, σοῦ παίρνουν τὸν ἀέρα, σοῦ χόδουν
τὸ θῆχα. "Ολα σὲ προσπερνοῦν, σὲ ξεπερνοῦν γιγαντωμένα. "Ένα πράσινο σκέπασμα γλυστράει
στὸ πάτωμα καὶ μπερδεύεται στὰ πόδια τοῦ νοσοκόμου. Σκύδει, τὸ σηκώνει, σκεπάζει
μὲ δαῦτο τὸ ματωμένο κορμὶ καὶ σπρώχνει τὸ φορεῖο στὸ χειρουργεἴο' στούς, ὑποτίθεται,
ἀποστειρωμένους θαλάμους. - Τί κάνεις ἄνθρωπε; - Τὸ τίναξα. ̓Αραπιά. ( Εκεῖνος ποὺ
διώρισε αὐτὸν ἐδῶ, θέλει χρέμασμα. Εἶναι ἐχθρὸς τοῦ λαοῦ.) ΟἿΑ δης ἐναντίον τοῦ ̓Ασκληπιοῦ.
̓Απόλλων. ̓Απόλλων. ̓Εσὺ ἐξόριστος, κι οἱ Κύκλωπες ζωντανεμένοι ν ̓ ἁλωνίζουν
ἀσύδοτοι. ̓Απωθητικὴ ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Ἱπποχράτη, ψυχρὴ κι ἀνάποδη. Ἢ ἐπιστημονικὴ ἰατρικὴ
ζώγρῆμα τῶν νόμων τῆς ἀγορᾶς, παίγνιο τῆς καλὰ ὑπολογισμένης ἀδιαφορίας τοῦ
κράτους τῆς Ρωμιοσύνης. Στὰ νοσοκομεῖα (και στὰ σχολεῖα) «ἡ "Ελλάδα ἀναστενάζει»,
κλαίει καὶ θλίδεται. «Ὑπάρχω,» λές, καὶ ξέρεις ὅτι δὲ μετρᾶς οὔτε ὅσο τὸ πατημένο ἀποτσίγαρο
τῆς γωνίας, τὸ παλιόχαρτο ποὺ παραδέρνει στὰ ψυχρὰ ρεύματα. Σφίγγεις τὰ δόντια
(σκάσε καὶ κολύμπα) καὶ σπαρταρᾶς σὰν καρυδωμένο κοκκορόπουλο. Τὸ νὰ διανοηθεῖς
ὅτι ιμπορεῖς νὰ τὰ δάλεις μμ' ἕνα ἐφημερεῦον τῆς πρωτεύουσας εἶναι, σὰ νὰ θέλεις νὰ φέρεις
κάτω τὸ Σινικὸ Τεῖχος μὲ τὴν ἀχρηστευμένη πιὰ παιδική σου σφεντόνα. Μὲ σοφία
αἰλουροειδοῦς μαζεύεσαι, καραδοκεῖς, χαμοσέρνεις τὴν ψυχή σου καὶ στήν ὥρα χτυπᾶς:
«Αδελφή μου».
δὲν αἰφνιδιάξεται. «Οἱ κόρες τῶν ματιῶν της παίρνουν τὴ σκυτάλη» γιὰ τὰ δικαιώματα
(ἀ ἀνήκει στὴν πολιτικὴ δύναμη τοῦ νομοῦ Τρικάλων, ποὺ κατέχλυσε τὰ ̓νοσοκομεῖα), πῆ ζουν
μὲ σκοτεινὸ ἀτσάλι ἀδιαπέραστο, σὲ καρφώνουν στὸν τόπο. «Στ ̓ σ ̓ρά σας», προστάζει κοφτὰ
σὲ ἄπταιστη δημοτική, καὶ σὲ πιάνει πανικός. Καὶ εἶσαι μόνος. ̓Αναγκαστικὰ τώρα.
Πάντα εἰσαι μόνος, ὅταν πιάνεις πάτο. Οἱ τραυματιοφορεῖς μὲ τὸ φευγαλέα ἀνθρώπινο
πρόσωπο ἔχουν γίνει ἄφαντοι μαξὶ μὲ τὸ πρῶτο σου πεντοχίλιαρο, ποὺ ἔκανε φτερά. Θὰ τὸ
ἀκολουθήσουν χαὶ ἄλλα «ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός», διαφορετικὰ θὰ περιμένεις καὶ δὲ θὰ ἔρχεται.
βλέπεις τὸν εὐσταλῆ “Ιπποκράτη χι ἀναθαρρεύεις. «Οἵα ῇ μορφή...» . Ἴσως. Στὴ στιγμὴ
ἀποκτᾶς προσαρμοστικότητα χαμαιλέοντος, γίνεσαι γόησσα, τοῦ στή "- καρτέρι: «Γιατρέ
μου». Τὴν τύφλα σου. Σὲ παρακάμπτει ἐνοχλημένος μὲ κίνησι σώματος, ποὺ δηλώνει
ἀναρμοδιότητα χαὶ ««ξεφορτώσου με». Στὸ διάολο χι ἐσὺ καὶ τὸ ΕΣΥ, ντόκτορ, καὶ στὰ
μοῦτρα ἐκείνων, ποὺ χωρὶς νὰ ντρέπονται, παίρνουν τ ̓ ἀεροπλάνο γιὰ τὸ ἐξωτερικὸ μὲ τὴν
πρώτη ἐνόχλησι. Ποιός τὴ χάρι τους. Οἱ πάλαι ποτὲ νηστικοὶ λεοντιδεῖς καὶ νῦν ἀεροδατοῦντες
διᾶνοι τοὺς κατευοδώνουν μὲ τὸ καλὸ καὶ μὲ τὴ νίκη ἀλαλάζοντες. «Παιδιά, τῆς
Ελλάδος παιδιά». «Εἴμαστε͵ δυὸ- -εἴμαστε τρεῖς- εἴμαστε χίλιοι δεκατρεῖς» -- καὶ πρὶτς Μάρτή
μου. Τοιοῦτοι «ἥρμοζον ἡἡμῖν» ὡς ἀρχιερεῖς.
Στὸ τσὰκ καὶ στὸ παραχάτι ἀπὸ τὴν κατάρρευσι «ἕνας φίλος ᾖρθ’ ἀπ’ τὰ παλιά, φορτωμένος
ἀναμνήσεις» (ποῦ στὴν εὐχὴ μὲ θυμή θηκε;) γιὰ μιὰ πελάτισσα, ποὺ τὸν ἐπεσκέφθη
κάποτε στὸ ἰατρεῖο του χρατῶντας κάτιτι στὸ χέρι, καὶ μαντεύετε τί, ἀλλὰ μὴν περιμένετε
ἀπὸ μένα νὰ παίξω τὸ παιχνίδι τῆς ἐξουσίας, ποὺ ρίχνει τὸ χωροφύλακα πάνω στὸν κολ-