ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

157ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9355 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
58 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Στα μαρμαρένια αλώνια — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 9355 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 157

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Στα μαρμαρένια ἀλώνια Σὰ θγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὸ ΕΣΥ (στ) ἄγρια θουνὰ καὶ στ’ ἄγρια καταρρά ἱχια), νὰ εὔχε- σαι καὶ μὴ χειρότερα. Γιατὶ σὰ θὰ περάσεις τὴν πύλη τοῦ ἐφημερεύοντος μὲ ἄνθρωπο ξα- πλωταριὰ δίπλα σου, πᾶς καρφωτὸς γιὰ τὰ μαρμαρένια « ἁλώνια, γιὰ νὰ παλαίψεις μὲ τὶς ἀντοχές σου. "Οχι, δὲν εἶναι ὁ) άροντας ποὺ σὲ φοδϊίδει, εἶναι ᾗ σκοτεινὴ ὄψι τῆς Σελήνης: ἡ ἄλλη ὄψι. Τὸ ξόανο. Στὴν πύλη τοῦ ἐφημερεύοντος. ὁ κόσμος ἀλλάξει πουκάμισο, ξεψυ- οὔν οἱ ψευδαισθήσεις καὶ ἡ μύτη σου ἀρχίδει νὰ τρώει μπουχό. Ποῦ θὰ σὲ θγάλει ἐ ἐτούτ᾽ ἢ περιπέτεια; "Ως ποιό σημεῖο θὰ μπορέσεις νὰ δοηθήσεις τὸν πεσµένο; «Μποροῦμε µόνο νὰ ὄοη θήσουμε: σὲ μεμονωμένες στιγμὲς, ὂ χι πάντοτε (...). Σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ σώσου- με τὸν κόσμο, εἶναι νὰ τὸν ἀντέξουμε». Καὶ θ’ ἀντέξεις. Πίσω δὲν ὑπάρχει. Θὰ σπαράξεις στὸ νύχι τῆς γάτας. Δὲν εἶναι παΐξε- γέλασε οἱ ἱ διάδρομοι μὲ τὰ σωληνάκια στὴν κοινὴ περιέργεια, οἱ ἱ σκάλες ποὺ σοῦ κόδουν τὰ γόνατα, τὰ «ἀσσανσὲρ» ποὺ δὲν ἔρχονται. Οἱ ἄσπρες φιγοῦρες ποὺ περ- νοῦν δίπλα σου διαστικές, χωρὶς ποτὲ νὰ σὲ ὄλέπουν, σοῦ παίρνουν τὸν ἀέρα, σοῦ χόδουν τὸ θῆχα. "Ολα σὲ προσπερνοῦν, σὲ ξεπερνοῦν γιγαντωμένα. "Ένα πράσινο σκέπασμα γλυ- στράει στὸ πάτωμα καὶ μπερδεύεται στὰ πόδια τοῦ νοσοκόµου. Σκύδει, τὸ σηκώνει, σκεπάζει μὲ δαῦτο τὸ ματωμένο κορμὶ καὶ σπρώχνει τὸ φορεῖο στὸ χειρουργεἴο' στούς, ὑποτίθεται, ἀποστειρωμένους θαλάμους. - Τί κάνεις ἄνθρωπε; - Τὸ τίναξα. ᾿Αραπιά. ( Εκεῖνος ποὺ διώρισε αὐτὸν ἐδῶ, θέλει χρέμασμα. Εἶναι ἐχθρὸς τοῦ λαοῦ.) ΟἿΑ δης ἐναντίον τοῦ ᾿Ασκλη- πιοῦ. ᾿Απόλλων. ᾿Απόλλων. ᾿Εσὺ ἐξόριστος, κι οἱ Κύκλωπες ζωντανεμένοι ν᾿ ἁλωνίζουν ἀσύδοτοι.᾿Απωθητικὴ ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Ἱπποχράτη, ψυχρὴ κι ἀνάποδη. Ἢ ἐπιστημονικὴ ἰα- τρικὴ ζώγρῆμα τῶν νόμων τῆς ἀγορᾶς, παίγνιο τῆς καλὰ ὑπολογισμένης ἀδιαφορίας τοῦ κράτους τῆς Ρωμιοσύνης. Στὰ νοσοκομεῖα (και στὰ σχολεῖα) «ἡ "Ελλάδα ἀναστενάζει», κλαίει καὶ θλίδεται. «Ὑπάρχω,» λές, καὶ ξέρεις ὅτι δὲ μετρᾶς οὔτε ὅσο τὸ πατημένο ἀπο- τσίγαρο τῆς γωνίας, τὸ παλιόχαρτο ποὺ παραδέρνει στὰ ψυχρὰ ρεύματα. Σφίγγεις τὰ δό- ντια (σκάσε καὶ κολύμπα) καὶ σπαρταρᾶς σὰν καρυδωμένο κοκκορόπουλο. Τὸ νὰ διανοη- θεῖς ὅτι ιμπορεῖς νὰ τὰ δάλεις μ μ' ἕνα ἐφημερεῦον τῆς πρωτεύουσας εἶναι, σὰ νὰ θέλεις νὰ φέ- ρεις κάτω τὸ Σινικὸ Τεῖχος μὲ τὴν ἀχρηστευμένη πιὰ παιδική σου σφεντόνα. Μὲ σοφία αἰλουροειδοῦς µαζεύεσαι, καραδοκεῖς, χαμοσέρνεις τὴν ψυχή σου καὶ στήν ὥρα χτυπᾶς: «Αδελφή µου». δὲν αἰφνιδιάξεται. «Οἱ κόρες τῶν ματιῶν της παίρνουν τὴ σκυτάλη» γιὰ τὰ δικαιώµατα (ἀ ἀνήκει στὴν πολιτικὴ δύναμη τοῦ νομοῦ Τρικάλων, ποὺ κατέχλυσε τὰ ᾿νοσοκομεῖα), πῆ ζουν μὲ σκοτεινὸ ἀτσάλι ἀδιαπέραστο, σὲ καρφώνουν στὸν τόπο. «Στ᾿ σ᾽ρά σας», προστάζει κο- φτὰ σὲ ἄπταιστη δημοτική, καὶ σὲ πιάνει πανικός. Καὶ εἶσαι μόνος. ᾿Αναγκαστικὰ τώρα. Πάντα εἰσαι μόνος, ὅταν πιάνεις πάτο. Οἱ τραυματιοφορεῖς μὲ τὸ φευγαλέα ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχουν γίνει ἄφαντοι μαξὶ μὲ τὸ πρῶτο σου πεντοχίλιαρο, ποὺ ἔκανε φτερά. Θὰ τὸ ἀκολουθήσουν χαὶ ἄλλα «ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός», διαφορετικὰ θὰ περιμένεις καὶ δὲ θὰ ἔρχε- ται. βλέπεις τὸν εὐσταλῆ “Ιπποκράτη χι ἀναθαρρεύεις. «Οἵα ῇ μορφή...» . Ἴσως. Στὴ στιγ- μὴ ἀποκτᾶς προσαρμοστικότητα χαμαιλέοντος, γίνεσαι γόησσα, τοῦ στή "- καρτέρι: «Για- τρέ μου». Τὴν τύφλα σου. Σὲ παρακάμπτει ἐνοχλημένος μὲ κίνησι σώματος, ποὺ δηλώνει ἀναρμοδιότητα χαὶ ««ξεφορτώσου µε». Στὸ διάολο χι ἐσὺ καὶ τὸ ΕΣΥ, ντόκτορ, καὶ στὰ μοῦτρα ἐκείνων, ποὺ χωρὶς νὰ ντρέπονται, παίρνουν τ᾽ ἀεροπλάνο γιὰ τὸ ἐξωτερικὸ μὲ τὴν πρώτη ἐνόχλησι. Ποιός τὴ χάρι τους. Οἱ πάλαι ποτὲ νηστικοὶ λεοντιδεῖς καὶ νῦν ἀεροδα- τοῦντες διᾶνοι τοὺς κατευοδώνουν μὲ τὸ καλὸ καὶ μὲ τὴ νίκη ἀλαλάζοντες. «Παιδιά, τῆς Ελλάδος παιδιά». «Εἴμαστε͵ δυὸ- -εἴμαστε τρεῖς- εἴμαστε χίλιοι δεκατρεῖς» -- καὶ πρὶτς Μάρ- τή μου. Τοιοῦτοι «ἥρμοζον ἡ ἡμῖν» ὡς ἀρχιερεῖς. Στὸ τσὰκ καὶ στὸ παραχάτι ἀπὸ τὴν κατάρρευσι «ἕνας φίλος ᾖρθ’ ἀπ’ τὰ παλιά, φορτω- μένος ἀναμνήσεις» (ποῦ στὴν εὐχὴ μὲ θυμή θηκε;) γιὰ μιὰ πελάτισσα, ποὺ τὸν ἐπεσκέφθη κάποτε στὸ ἰατρεῖο του χρατῶντας κάτιτι στὸ χέρι, καὶ μαντεύετε τί, ἀλλὰ μὴν περιμένετε ἀπὸ μένα νὰ παίξω τὸ παιχνίδι τῆς ἐξουσίας, ποὺ ρίχνει τὸ χωροφύλακα πάνω στὸν κολ-
← καθαρισμένο κείμενο