ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
159ΜΑΡΤΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η δολοφονία του Γ. Καραϊσκάκη — ΚΟΥΤΟΥΛΑΣ, ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΟΥΤΟΥΛΑΣ
Ἢ δολοφονία τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη
ιο Γεώργιος Καραϊσκάκης ἑ ὑπῆρξεν, ὡς γνωστόν, ὁ μεγαλύτερος { ἥρως τῆς Ἐπανάστασης
τοῦ 1821. Ἦταν γυιὸς τῆς καλογριᾶς Ζωῆς Διμισκῆ (χήρας τοῦ Γιάννη Μαυρομμάτη)
καὶ τοῦ πασίγνωστου ἀρματολοῦ Δη μήτρη Καραϊΐσκου. Προϊὸν παράνομης σχέσης ἥ
ἐννησή του τοῦ «χάρισε» τὴν προσωνυμία «Γυιὸς τῆς Καλογριᾶς» ἢ «Μοῦλος», ποὺ τὸν
ἀκολουθοῦσε σ ̓ ὅλη του τὴ ζωή. Ὃ Καραϊσκάκης γεννή θηκε σὲ μιὰ σπηλιὰ κοντὰ στὴ
Μονὴ ̓ΑΥ. Γεωργίου στὸ Μαυρομμάτι Καρδίτσας τὸ 1782 καὶ θρῆχε τὸ θάνατο ἀπὸ προδοτικὸ
δόλι στὸ Φάληρο στὶς 22 Απριλίου 1827 σὲ ἡλικία μόλις 45 χρόνων. 'Ὑπῆ ρξε ἕνας
ἀπὸ τοὺς πλέον στρατηγικοὺς ἐγχεφάλοιυς τῆς Ἐπανάσταση ς, γεννημένος ἡγέτης.
Ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὀιογράφος τοῦ Καρυϊυκάκῃ, (καὶ ὁ πλέον αὐθεντικός) ὑπῆρξεν ὁὁ συμπολεμιστής
του Δημ. Αἰνιᾶνος ἢ Αινιάν, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τὴν «Βιογραφίαν τοῦ Στρατηγοῦ
Καραϊσκάκη», », ἐκδοθεῖσα στὴν Χαλκίδα τὸ 1834. Ση μαντικὸ ἐπίσης ὑπῆρξε καὶ τὸ
ἔργο τοῦ Γιάννη Βλαχογιάννη «Καραϊσκάκης, διογραφικὴ ἀρχειακὴ μελέτη», ἐκδοθεῖσα
στὴν ̓Αθήνα τὸ 1947 (μετὰ τὸ θάνατο, τὸ 1945, τοῦ Βλαχογιάν
,παραμένουσα ἔτσι ἡμιτελής).
Τὸ « ̓Αρχεῖον Γεωργίου Καραϊσκάκη 1826-27» ἐξέδωσε ἐπίσης τὸ 1924 τὸ Γενικὸ
Ἐπιτελεῖο Ναυτικοῦ. Ἔξ ἄλλου ὁ Δ. Φωτιάδης συνέγραψε τὸ συνοπτικὀ ἔργο. «Καραϊσκάκης»
(πρώτη ἔκδοση ̓Αθῆναι 1956), ἐπίσης ἀφιερωμένο στὸ μεγάλο ὁ ἀγωνιστὴ τοῦ 21.
̓Αλλὰ καὶ ὁ Ἰ, Ζαμπέλιος ἔ ἔγραψε ἐπίσης τὸ 1844 τὴν τραγωδία «Γεώργιος Καραϊσκάκης»
μὲ σημαντικὲς ἱστορικὲς πλη ροφορίες.
̓Απὸ τὴν πολυκύμαντη ζωὴ τοῦ μεγαλύτερου { ἥρωα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης τὸ
σπουδαιότερο γεγονὸς (ποὺ ἄλλαξε καὶ τὴν πορεία τῆς ἱστορίας τῆς σύγχρονη ς Ἑλλάδας)
ἦταν ὁ θάνατός του. Πράγματι, ἂν ζοῦσε ὁ Καραϊσκάκης, ἄλλη θὰ ταν ἡ μετέπειτα πορεία
τοῦ Ελληνισμοῦ. Ὃ θάνατος τοῦ «Γυιοῦ τῆς Καλογριᾶς» ὑπῆρξε ἡ μεγαλύτερη ἀπώλεια
τοῦ ἀγωνιζόμενου ̓ Ἔθνους. Οἱ συνθῆκες τοῦ θανάτου τοῦ Καραϊσκακη, παρ ̓ὅλο ποὺ
συνέθη μέρα καὶ μπροστὰ στὰ μάτια πολλῶν (στὶς 4 τὸ ἀπόγευμα), ρατιοῦνται ἀκόμη καὶ
σήμερα σκοτεινές. Ποιός ἔρριξε τὴν μοιραία σφαῖρα ἐ ἐκ τῶν ὄπισθεν στὸν μεγαλύτερο ἥ ἥρωα
τοῦ 2] καὶ γιατί; Τὴν ἀλήθεια θὰ τὴν μάθουμε ἀπὸ τοὺς σύγχρονους ἱστορικοὺς σὲ συνδυασμὸ
μὲ τὴν ἀνάλυση τῆς τότε διεθνοῦς καὶ ἑλληνικῆς πολιτικῆς κατάστασης.
Περὶ τὸ μεσημέρι τῆς 22ας ̓Απριλίου 1827 καὶ ἐνῶ ) ἑτοιμαζόταν ἡ ἠ μεγάλη ἔπιθεση. κατὰ
τοῦ Κιουταχῆ (ποὺ πολιορκοῦσε τὴν ̓Ακρόπολη), ἄρχισαν ἀφιμαχίες μεταξὺ τῶν ἄχροθολισμένων
Ἑλλήνων καὶ τῶν Τούρκων στὸ «Φάληρο. Ὁ Καραϊσκάκης, ὅπως καὶ ἄλλοι
ὁπλαρχηγοὶ (π.χ. Νικηταρᾶς), θγῆχαν ἀπὸ τὶς σκηνές τους καὶ προσπάθησαν νὰ ἠρεμήσουν
τὰ πνεύματα. Ἢ μάχη ὅμως γενικεύτηκε καὶ σὲ λίγο ὁ Κιουταχῆς ἔστειλε τὸ ἰππικό
του κατὰ τοῦ Καραϊσκάκη. Μετὰ ὁ ἀπὸ τρίωρη μάχη οἱ Τοῦρχοι ἑ ὑποχώρησαν χαὶ τότε, περὶ
τὴν 4ην ἀπογευματινὴν ὥραν, ὁ Καραϊσκάκης δέχθηκε ἕνα 6όλι στὸ ὑπογάστριο μὲ κατεύθυνση
ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω -- ὅπως θεθαίωσαν ἀργότερα οἱ γιατροί. Ὃ Καραϊσκάκῆς
μεταφέρθηχε ἐσπευσμένα στὴ γολέττα «Σπαρτιάτης» τοῦ Ρ. Τσώρτς, ὅπου κατὰ τὶς 4
τὸ πρωὶ ξεψύχησε. Τὴν τραγιχὴ ἐκείνη νύκτα ἡ ἀγωνιζόμενη Ἑλλὰς ἔχανε ἄδικα τὸ ἥρωὑκότερο
τέχνο της (« Ιστορία Ἓλλη: νικοῦ Ἓθνους», « Ἐκδοτιχὴ ̓Αθηνῶν», τόμ. ΙΒ, σελ.
449). Ὁ θιογράφος καὶ «γραμματικὸς» τοῦ Καραϊσκάκη Δ. Αἰνιάν ἀναφέρει, ὅτι ὁ μεγάλος
ἥρως ἐκμυστηρεύτηκε στοὺς συμπολεμιστές του Χριστόδουλο Χατζηπέτρο καὶ Γαρδικιώτη
Γρίθα, ὅτι «ἐπληγώθη ἀπὸ τὸ μέρος τῶν Ἑλλήνων, ὅτι ἐγνώριζε τὸν αἴτιον καὶ ὅτι,
ἂν ἤθελε ζήσει, ἤθελε τὸν κάμει γνωστὸν καὶ εἰς τὸ στρατόπεδον» (Δ. Αἰνιᾶνος, Ἢ διογραφία
τοῦ στρατηγοῦ Καραϊσκάκη, ἔκδοση 6 ́, ̓Αθῆναι 1903, σ. 107). Ὁ Μακρυγιάννης
ἀναφέρει, ὅτι ὁ Καραϊσκάκης κτυπήθηχε, μόλις γύρισε νὰ φύγει, ἀφοῦ τελείωναν οἱ ἁψιμαχίες
τοῦ Φαλήρου: «Μοῦ λέγει (ὁ Καραϊσκάκης), στάσου αὐτοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους κι
ἐγὼ φεύγω. Τότε σὲ ὀλίγον μαθαίνω ὅτι ἐδαρέθη ὁ Καραϊσκάκης... Μαζευτήκαμε ὅλοι
ἐκεῖ. Μᾶς εἶπε μὲ χωρατά" Ἐγὼ πεθαίνω: ὅμως ἐσεῖς νὰ εἶστε μονοιασμένοι και νὰ δαστήἕξετε
τὴν πατρίδα» (Μακρυγιάννη, ̓Απομνημονεύματα, ἔκδ. 6’, ̓Αθῆναι 1947, τόμ. Δ ́, σελ.
318). Παρόμοια -περὶ τοῦ ὃτι ὁ Καραϊσκάκης γνώριζε τὸ δολοφόνο του -- ἀναφέρει καὶ ὁ