ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

159ΜΑΡΤΙΟΣ 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9459
Φύλλο στό PDF
54 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ιησούς του Ναυή — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 9459 · τέλος: δηλωμένο · τχ. 159

Κείμενο φύλλου

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ ι. ]ησοῦς τοῦ Ναυῆ Αὐτὸς ὁ ἅγιος προπάτοράς «μας» ξεκίνησε ἀπὸ δοῦλος, γιουσουφάκι, τοῦ Μωυσή. Γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του δὲ αὐτὲς προή Ἴχθη ἀπ’ τὸν ΓΙ Γιαχδὲ σὲ ἅγιο προπάτορα χαὶ καθοδηγητὴ τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ, καθ’ ὅτι καὶ ὃ ἴδιος ἢηταν ὅ,τι ἐκλεκτότερο ὑ ὑπῆρχε. «Καὶ μετὰ τὴν τελευτὴν τοῦ Μωυσέως τοῦ δούλου τοῦ Κυρίου εἶπε Κύριος πρὸς ̓Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ναυῆ, τὸν ὑπηρέτην τοῦ Μωυσέως, λέγων. Μωυσῆς ὁ θεράπων μου ἔτελεύτησε' τώρα λοιπὸν σηκωθεὶς διάδη θι τὸν ορδάνην τοῦτον, σὺ καὶ πᾶς ὁ λαὸς οὗτος, πρὸς τὴν γῆν τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω εἰς αὐτούς, εἰς τοὺς υἱοὺς ̓Ισραήλ» (Ἰησοῦς Ναυῆ, α ́ 1,2). ̓Αφοῦ τοῦ ἔκανε λοιπὸν τὸ παραχωρητήριο συμόόλαιο ὁ Γι ναχδέ, τοῦ ἐφιστᾶ τὴν προσοχή: «Μόνον ἴι ίσχυε χαὶ ἀνδρίξου σφόδρα» (1 Ν., α 7). Σὰν κάτι νὰ ἤξερε ὁ Γιαχδὲ γιὰ τὸ παρελθὸν τοῦ ̓[ησοῦ. Καὶ γι ̓ αὐτὸ τοῦ τονίζει γὰ γίνει ἄντρας. Ἣ πρώτή ἀποστολὴ κομμάντο ποὺ ἀναλαμόάνει ὁ ὁ ̓Ιησοῦς, ἀφοῦ τὸ εἰχε θάλει σχοπὸ νὰ γίνῃ πολὺ ἄντρας, ἦταν ἐναντίον τῆς Ἱεριχοῦς. Στέλνει λοιπὸν κατασκόπους ἐκεῖ, γιὰ νὰ προετοιμάσουν τὸ ἔδαφος. Κι αὐτοὶ ὡς ἐκλεκτοὶ διάλεξαν τὸ πιὸ ἐκλεκτὸ μέρος, γιὰ νὰ περάσουν τὴν νύκτα τους: «ἱ Ὑπάγετε, ἴδετε τὴν γῆν, καὶ τὴν Ἱεριχώ. Οἱ δὲ ὑπῆγον, καὶ ἐπῆλθον εἰς οἰκίαν γυναικὸς πόρνης, ὀνομαζομένης “Ραάό, καὶ κατέλυσαν ἐκεῖ» (1.Ν., 61). Αὐτὴ ἥ Ραὰδή ήταν ἐκείνη ποὺ δοή θησε στὴν πολιορκία τῆς “εριχοῦς, προκειμένου νὰ κυριαρχήσῃ ὁ ἐκλεκτὸς λαός. Γιὰ νὰ κατεθοῦν τὰ τείχη, «αὐτὴ δὲ ἔδεσε τὸ κόκκινον σχοινίον εἰς τὴν θυρίδα» (1.Ν., δ ́ 21). Προσέξατε τὸν συμόδολισμὸ τῆς πόρνης; Κόκκινο σχοινί. Βαθειὰ νοήματα. Στὴν συνέχεια ὁ ̓[ησοῦς τοῦ Ναυῆ μαξεύει τοὺς ̓Ισραηλίτες κατ ̓ἐντολὴν. τοῦ Γιαχδέ, ὁ ὁποῖος τοῦ παραγγέλνει: «Κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν εἰπε ὁ Κύριος πρὸς τὸν ἼἼησοῦν. Κάμε εἰς σεαυτὸν λιθίνας μαχαίρας κοπτερὰς καὶ περίτεμε ἐκ δευτέρου τοὺς υἱοὺς ̓Ισραήλ. Καὶ ἔκαμεν ὁ ̓Ιησοῦς εἰς ἑαυτὸν λιθίνας μαχαίρας κοπτεράς, καὶ πεθιέτεμε τοὺς υἱοὺς ̓Ισραὴλ ἐπὶ τοῦ δουνοῦ τῶν ἀκροδυστιῶν» (1.Ν., ε2). Πολὺ σαδιστὴς ήταν αὐτὸς ὁ Γι ἱαχδὲ τελικά, μοῦ φαίνεται, ἢ οἱ ̓Ισραηλίτες ξοῦσαν ἀκόμα στὴν ἐποχὴ τοῦ λίθου. Γιατί, ὅπως φαίνεται, ἄλλη ἐξήγηση δὲν χωράει. "Ακου, «λιθίνας μαχαίρας κοπτεράς»! Τί τοῦ εἶχαν κάνει οἱ ἄνθρωποι; Μάλιστα τοὺς μάζεψε καὶ σ ̓ ἕνα δουνὸ ἐπάνω, τὸ «δουνὸ τῶν ἀκροδυστιῶν», κατά πὼς λέει τὸ ἱερό «μας» θιόλίο, καὶ ἐκεῖ τοὺς πετσόκοψε. Σὰν νὰ λέμε σήμερα σκοπευτήριο Καισαριανῆς. Τὴν ἐξήγηση τὴν δίνει ὅμως καλύτερα ὁ Γ ναχδέ, ὅταν παρακάτω ἀναφέρει: «διότι ἦσαν ἀπερίτμητοι, ἐπειδὴ δὲν εἶχον περιτέμει αὐτοὺς καθ ̓ ὁδὸν» (1.Ν., ε7). Εἶχαν πεθάνει, δλέπετε, οἱ παλιοί, σαράντα χοόνια ἦταν αὐτά, καὶ οἱ καινούργιοι -κορόιδα ἧταν;-- πήγανε νὰ τὴν λουφάρουνε. Ποῦ ὅμως νὰ τοῦ ξεφύγουνε τοῦ Γιαχόέ; Τοὺς μάζεψε στὸ δουνὸ καὶ ἐκεῖ τοὺς ἄλλαξε τὶς ἀκροδυστίες. Πῆρε καὶ τὴν μάχαιρα ὁ ̓Ιησοῦς, καὶ ποῦ σὲ πονάει καὶ ποῦ σὲ χόδει. Ὕστερα δὲ «καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσαν περιτέμνοντες πάντα τὸν λαόν, ἐκάθηντο εἰς τοὺς τόπους αὐτῶν, ἐν τῷ στρατοπέδῳ, ἑωσοῦ ἰατρεύθησαν» (1. Ν, εδ). Ἔμ λίθινη καὶ κοπτερὴ ἤταν ῇ χατξάρα, ταν χαὶ λίγο ἀτξαμῆς χειροῦργος. ὁ προπάτοράς «μας» καὶ νὰ τὰ ἀποτελέσματα. Αὐτὸς προπάτορας πῆγε νὰ γίνει καὶ θγῆκε ἀκροδυστιοκόπτης. οΓ ιαχδὲ θλέπετε δὲν ἠσχολεῖτο μ ̓ αὐτά, εἶχε ἄλλα στὸ μυαλό του. Ἔτσι προστάζει ὁ ̓Ιησοῦς τὰ πλήθη: «ἅπαν δὲ τὸ ἀργύριον, χαὶ τὸ χρυσίον, καὶ τὰ σκεύη τὰ χάλκινα, καὶ τὰ σιδηρᾶ εἶναι ἀφιερωμένα εἰς τὸν Κύριον' εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον. τοῦ Κυρίου θέλουσιν εἰσαχθῆ» (1.Ν., στ 19). Τώρα, ἅμα εἰσαι τραπεζίτης, μπορεῖς νὰ κόδῃς καὶ ἀκροδυστίες; ̓ Ἔχεις τοὺς ὑπαλλήλους νὰ καθαρίζουν. Στὴν συνέχεια κυριεύουν τὴν “Ιεριχὼ φυσῶντας μὲ τὶς καραμούζξες, γκρεμίζουν τὰ τείχη καὶ «ἐξωλόθρευσαν ἐ ἓν στόματι μαχαίρας πάντας τοὺς ἐν τῇ πόλει, ἄνδρας καὶ γυναῖκας, νέους καὶ γέροντας καὶ 6όας, καὶ πρόδατα, καὶ ὄνους» (1.Ν., στ21). Στὴν συνέχεια «καὶ κατέκαυσαν τὴν πό-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →