ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
20-21ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1983
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η ..."ευκολία" της ποίησης — ΣΑΒΙΝΑ, Ζ.
Κείμενο φύλλου
20Η ΣΑΒΙΝΑ
Ἠ... «εὐκολία» τῆς ποίησης
̓Ανάμεσα στὴ σύγχρονη πνευματική
γενιά μας, σ ̓ αὐτὸν τὸν πόλεμο τῶν
ἄστρων καὶ τῶν κριτικῶν, ὑψιπετοῦν
ἄρθρα -- στιλέτα πληγώνοντας τὴν
εὐαισθησία, τὴν πίστη, τὸ ταλέντο τῶν
νέων, τὴν πορεία τῆς ποίησης. Κάποιος
δογματικὸς λογοτέχνης λέει:
«Τοὺς νέους δὲν τοὺς κρίνεις, τοὺς χειροκροτεῖς».
Τὴν ἡμέρα ποὺ συνειδητοποίησα ὅτι
τὰ αἰσθήματά μου γίνονται κάτοικοι
κάποιων ἄλλων συναισθημάτων ποὺ
ξεπερνοῦν τὸν ἀνθρώπινο νοῦ, ἔνιωσα
τὴν ἀνάγκη ν ̓ ἀναστήσω τὴν ἐπίδρασή
τους μέσα στὴν λειτουργία τῶν λέξεων.
Ἣ ποίηση ἔρχεται ἐπιτακτικὴ κατεπάνω
σου ἤ ἐσὺ περνᾶς μέσα ἀπὸ τὰ
πράγματα διαφορετικὰ ἀπὸ τοὺς ἅλλους
ἀνθρώπους. Ἕνα ξέσπασμα λοιπὸν
τῆς ὕπαρξης, τοῦ ἔνστικτου ἤ τῆς
ἀνάγκης γιὰ μιὰ ἐκπωμάτιση ψυχική,
ποὺ τολμᾶ νὰ πραγματώνει αὐτὸ ποὺ
ἄλλοι καταπολεμοῦν καὶ στὸν ὕπνο
τους. Φοβᾶμαι, πὼς ὁ ἄνθρωπος τόσο
πολὺ πιέζεται ἀπ ̓ τὴν ὑποτιθέμενη
πραγματικότητα, ποὺ καὶ στὸν ὕπνο
του παγιδεύτηκε, σταμάτησε νὰ βλέπει
ἀγγελικὰ ὄνειρα, ὅπως ἐκεῖνος ὁ
μετεωρισμμός ἢἤ τὸ περπάτημα πάνω
στὴ θάλασσα μὲ τὶς χαοτικὲς ὅρασκελιές.
Συχνὰ ἀκούω τὴν ἐξολομόγηση:
«βλέπω στ’ ὄνειρό μου νὰ πετῶ, πράγμα
ποὺ μὲ τρομάζει καὶ καταφέρνω νὰ
ξυπνῶ προλαβαίνοντας τὴν πτώση».
Ἐπέμβαση σὲ ποιὰ βαθειὰ νοσταλγία;
σὲ ποιὸ φτέρωμα; ἐπέμβαση στὴν
ἀθωότητα τοῦ ὑποσυνείδητου; Μιὰ ρυτίδα
ἀπ ̓ τὰ γηρατειὰ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς
τῆς σκέψης καὶ τῆς λογικῆς.
Κι ἔρχεται ἡ ποίηση, τολμηρότερη
τῆς φύσης --μιὰ ἐπανάσταση στὴ
λογική--- νὰ κορυφώσει σὲ δημιουργία
τὸ θαυμάσιο αἴνιγμα τῆς ὑπέρβασης,
αὐτὴν τὴν τρίτη κατάσταση τῆς ὕπαρξής
μας, τῆς τόλμης τοῦ ὀνείρου, μὲ
λίγα λόγια: νὰ αἰσθητοποιήση τὸ αἴσθημα.
Μιὰ ἀντιστάθμιση στὰ φτερὰ
ποὺ μᾶς λείπουν.
Ἢ φύση μᾶς ἔδωσε τ ̓ ὄνειρο, ἴσως,
γιὰ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ποίηση
στὴν ζωή μας, σὰν φυλακτό, ξόρκι,
φόβο, προμήνυμα, ὁδηγό, φυγὴ ἤ λύτρώσῃ.
Ὅλα τὰ παραπάνω μήπως δὲν
ἑρμήνεύουν τὴν ὁποιαδήποτε ποίηση,
τὸ ὁποιοδήποτε ὄνειρο; καὶ ποτέ, μὰ
ποτὲ τὴν «εὐκολία», ἀλλὰ τῆς ὑπέρβασης
τὸ κυνήγι, τῶν αἰσθημάτων τὴν ἐντελέστερη
ἔκφραση.
Οἱ κριτικοὶ συχνὰ γράφουν: Ὃ τάδε
δὲ γυρεύει νὰ μᾶς ξαφνιάσει μὲ τὸ λόγο
τῆς μεγαλοσύνης καὶ νὰ μᾶς συνεπάρει
σὲ φανταστικὲς περιοχές, ἤ ἀκόμα
νὰ πετύχει μὲ τὸ λυρικό, τὸ ἐπίκαιρα
εὔκολο. Κι ἄλλοτε πάλι: ὁ στίχος εἶναι
εὐκολία, στὸ πεζὸ ἀνακαλύπτεις τὴν
δεξιότητα τοῦ δημιουργοῦ, κ.λ.π.
|
Τὸ δύσκολο στὴν ποίηση δὲν εἶναι
νὰ βρεῖς «εὐκολίες» γιὰ νὰ ἔκφραστεῖς,
τὸ δύσκολο εἶναι νὰ εἶσαι ποιητὴς,
ἡ μουσικὴ τῆς σκέψης σου, «ἡ αὐθόρμητή
γέννηση τῶν φύλλων τῆς Ψυχῆς
σου», κατὰ τὸν Κήτς, νὰ σὲ διακατέχει
αὐτὴ ἡ ἰδιαίτερη κατάσταση,
«μανία» τὴν ἀποκαλεῖ ὁ Πλάτων, ἐκεῖνο
τὸ κάτι ποὺ στροβιλίζεται ἐντὸς
σου μὲ τοὺς δικούς του νόμους ἀνάπτυξης
καὶ δὲν εἶναι πάντα λογικό, μὲ
τὴν ἔννοια ποὺ γνωρίζουμε ἤ ποὺ δὲν
μπαίνει σὲ πειθαρχία, ὅπως δὲν πειθαρχεῖ
ἡ καταιγίδα κι ὅλα τὰ στοιχεῖα
τῆς φύσης, ποὺ ἡ λογικὴ ὅμως τὰ παραδέχεται.
« Ἢ πρώτη φράση εἶναι δῶρο τοῦ 6εοὔ»,
λέει ὁ Γκαῖτε, κι ὁ Θεὸς δὲν μπο-