ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

161ΜΑΙΟΣ 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9639 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
74 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος — ΜΑΞΙΜΟΥ, ΠΗΝΕΛΟΠΗ
    ἀρχή: σελ. 9639 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 161

Κείμενο φύλλου

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «ΔΑΥΛΟΥ» ̓ ̓Ανήμπορος ὁ αὐτοκράτορας, ὁ Μιχαήλ Η ́ Παλαιολόγος. Τὸ νιώθει, ἡ ζωή του στὰ τέλη της. Καὶ ἔχει τόσα καὶ τόσα νὰ φέρει σὲ πέρας! Καὶ τὸ γνωρίζει’ ἂν καὶ μόχθη σε γιὰ τὴ χώρα, ὁ λαὸς τὸν μισεῖ. «.. “ἐμένα... μὲ ζητωκραύγαξαν, μὲ χειροχροτοῦσαν, ὅταν μπήναμε στὴν Πόλη... στὴν Κωνσταντινούπολη...) », ̓Αναθυμᾶται. Ζωντανά θλέπει τὰ περασμένα. ""Ἔτος 1204 οἱ Σταυροφόροι κυρίευσαν τὴν Κωνσταντινούπολη. Τὴν λεηλάτη σαν. Τὴν κατέκαψαν. Τὴν κατακρεούργησαν. Ἔτος 1261, χωρὶς νὰ χυθεῖ στάλα αἷμα «ὡς ἀπὸ θέλημα θεῖο» μπῆκαν οἱ Βυζαντινοὶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Μὲ μεγαλοπρέπεια ἐπιθυμοῦσαν νὰ γίνει ἡ εἴσοδος τοῦ αὐτοχράτορα στὴ θρυλιχὴ π ωτεύουσα. ̓Απὸ τὴ Χρυσῆ η. Πύλη δοξασμένη. Δοξασμένοι αὖτοκράτορες εἰσῆλθαν, γικητὲς σὲ μάχες δοξασμένες. Μὰ οἱ Δυτικοὶ ειχαν ἐντειχίσει τὴ Χρυσῆ Πύλη. ̓Ανοίχθηκε τώρα. Διευθετήθηχε. Ἦταν λοιπὸν ἡ δεκάτη πέμπτη Αὐγούστου. Ἔτος 1261. Πρωί. Καὶ ὁ ὁ μητροπολίτης Κυζίκου ἀνέθηχε σ ̓ ἕναν ἀπὸ τοὺς πύργους τῆς Χρυσῆς Πύλης. "Αρχισε νὰ ἀπαγγέλλει τοὺς δεκατρεῖς ὕμνους, ποὺ εἶχαν γι ̓ αὑτὸ τὸ ὁλότελα ἐξαιρετικὸ γεγονὸς γραφεῖ ἀπὸ τὸν Γ εώργιο ̓Αχροπολίτη «ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ καὶ δυσὶ νυξὶν». Ύμνοι εὐχαριστήριοι πρὸς τὸν Ὕψιστο ἦταν. «Πῶς μοῦ ἔρχονται ὅλα στὸ νοῦ, τί συγκίνηση ἔνιωθα... συγκινημένοι καὶ οἱ γύρω μου... ὁ μητροπολίτης κρατοῦσε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, μὲ τὴν ἀνάγνωση τοῦ κάθε ὕμνου, ἀσκεπῆς ἐγώ, ὁ αὐτοκράτορας καὶ γονάτισα... καὶ ὅλοι γονάτισαν... ναί, ναί... ἀξιωματοῦχοι καὶ λαός... μετὰ τὴν γονυκλισία ψέλναμε ὅλοι μαξὶ ἑκατὸ φορὲς τὸ “Κύριε ἐλέησον” καὶ σκουπίζαμε τὰ δάκρυά μας... δάκρυα χαρᾶς ἦταν...». Προπορευόταν. τὸ ἅρμα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, πεζὸς ὁ αὐτοχράτορας, πεζοὶ ὅσοι ἀκολουθοῦσαν, ἔφθασαν στὴ μονὴ Στουδίου. Ἐκεῖ μὲ κατάνυξη τοποθέτησαν τὴν ἅγια εἰκόνα. Ἔφιππος τώρα ὃ ὁ αὐτοκράτορας, καὶ οἱ ἀξιωματοῦχοι, καὶ οἱ δυνάμενοι. Καὶ τὴν ἄμετρη χαρὰ τοῦ πλή θους ἐφθασαν στὴν Αγία Σοφια. Προσκύνη σε ὁ αὐτοκράτορας, προσκύνησαν ὅλοι. Εὐχαρίστησαν τὸν Ὕψιστο. ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΑΞΙΜΟΥ Μιχαὴλ Η Παλαιολόγος «Μὲ συνόδευσαν οἱ πάντες στὸ Κοσμίδιον, ὅπου ἔμενα ἀρχικά... τραγούδια κλάματα... κλάματα χαρᾶς ὅλοι... ὅλοι... ψαλμοί, ψαλμωδίες ὅλο τὸ πλῆθος... ὅλο... ὅλο, τί ἀξέχαστη μέρα... παλαιοὶ κάτοικοι... κάτοικοι τῆς πόλ ῆς, καὶ οἱ νεοφερμένοι ἀπὸ τὴ Νίκαια, ὅλοι μὲ ξητωκραύγαξαν... “ζῆθι! ζῆθι”, κα: θαρὰ τὸ ἄκουγα, πόσο μ ̓ εὐχαριστοῦσαν αὐτὲς οἱ ξητωκραυγές... ἄργησαν νὰ διαλυθοῦν... μ ̓ εὖ αριστοῦσε... πόσο μ ̓ εὐχαριστοῦσε ποὺ μὲ ζη τωχραύγαξαν. ΝΥ Καὶ οἱ νεοφερμένοι; ἫἩ Κωνσταντινούποληή Ίταν αὐτὴ ἐδῶ ἡ πόλη; Αὐτή, ποὺ χρόνια στὴ φαντασία τους τὴν ἔχτιζαν μὲ τὰ ὅσα ἄκουγαν, μὲ τὰ ὅσα εἶχαν ἆ ἀκούσει ἀπὸ μεγαλύτερους, χι αὐτοὶ ἀπὸ ἀκόμα γεροντότερους; Γιὰ δενδροφυτευμένους δρόμους εἰχαν ἀκούσει. Δὲν ὑ ὑπῆρχαν. Γ ιὰ ἐμθόλους. Για πλατεῖες στολισμένες μὲ ἀγάλματα, γλυπτά, δένδρα. Δὲν ὑπῆρχαν. Καὶ ποῦ εἶναι ἡ ἄνευ τέλους Μέση Οδός; “Ὅπου οἱ χρυσικοὶ εἶχαν τὰ μαγαξια τους; Μαγαξιά, ποὺ δὲν τὰ εἶχε γνωρίσει ἄλλη χώρα! Ἔθλεπες σκεύη, ἔπιπλα αργυρᾶ. Χρυσᾶ. Καὶ κοσμήματα, Πρωτοθώρητα! "Αλλοτε. Τώρα; Χώματα ἡ Μέση Οδός. Πέτρες. Ἐκτάσεις ἀνασκαμμένες. Χαλάσματα. Ἐκεῖ ὅπου μαρμαρόκτιστα τριόροφα, τετραόροφα κτίρια τὸ κορμί τους ὕψωναν. ΓΑλλοτε. "Αλλοτε... Ποῦ εἶναι οἱ πρᾶτες; Σουσαμᾶτα, καρυδᾶτα ὑφάσματα νὰ διαλαλοῦν, διαφορετικὲς οἱ φωνές τους, καὶ γέμιζε ὁ ὁ ἀέρας χαρά. Ζωή. "Αλλοτε. Ποῦ εἶναι τὰ χρυσοπλουμισμένα φορεῖα; Τὰ λεκτίκια μὲ τις ἀρχόντισσες; Οἱ καλοκυράδες μὲ τὸ προσωπίδιν στὸ πρόσωπο; Καὶ νὰ τὶς ἀκολουθοῦν οἱ σκλάδες μὲ τὸ πανέριον στὰ χέρια. Πανέριον μὲ ὅλα τὰ καλὰ τῆς ςζήσης. Οἱ ἄρχοντες στὰ ἄλογα; Ιδιοι θασιλιᾶδες. Καὶ οἱ πεζοὶ τόσο καλοντυμένοι. "Αλλοτε... Καὶ τὰ δασιλικὰ παλάτια; Τὸ Μέγα Παλάτιον στεκόταν ἀκόμα. Μωλοπιομένο. ̓Αγκάθια οἱ κῆποι. Ποῦ εἶναι ὁ Βουκολέων με τὶς πεντακόσιες αἴθουσες θη σαυροὺς γεμᾶτες; "Αλλοτε... ἄλλοτε... Καὶ τὰ σαράντα παρεκχλήσια του; Στὸ Ἱερὸν Παρεκκλήσιον τὰ ἱερὰ λείψανα φυλάγονταν σὲ λειψανοθῆχες ἀπὸ ἐλεφαντοκόκκαλο. ́Εργο τέχνης τὸ Ἱερὸν Παρεκκλήσιον. ̓Ασήμι, ὅπου σίδερο χρειαζόταν. Μάρμαρο τὰ πατώματα, ὅπως τὸ κρύσταλλο στραφτοκοποῦσαν. Πορφυρίτης, ἰα-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →