ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
161ΜΑΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος — ΜΑΞΙΜΟΥ, ΠΗΝΕΛΟΠΗ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥ «ΔΑΥΛΟΥ»
᾿᾽Ανήμπορος ὁ αὐτοκράτορας, ὁ Μιχαήλ Η΄
Παλαιολόγος. Τὸ νιώθει, ἡ ζωή του στὰ τέλη
της. Καὶ ἔχει τόσα καὶ τόσα νὰ φέρει σὲ πέ-
ρας! Καὶ τὸ γνωρίζει’ ἂν καὶ μόχθη σε γιὰ τὴ
χώρα, ὁ λαὸς τὸν μισεῖ. «.. “ἐμένα... μὲ ζητω-
κραύγαξαν, μὲ χειροχροτοῦσαν, ὅταν μπή-
ναμε στὴν Πόλη... στὴν Κωνσταντινούπο-
λη...) »,᾽Αναθυμᾶται. Ζωντανά θλέπει τὰ πε-
ρασμένα.
""Ἔτος 1204 οἱ Σταυροφόροι κυρίευσαν τὴν
Κωνσταντινούπολη. Τὴν λεηλάτη σαν. Τὴν
κατέκαψαν. Τὴν κατακρεούργησαν. Ἔτος
1261, χωρὶς νὰ χυθεῖ στάλα αἷμα «ὡς ἀπὸ θέ-
ληµα θεῖο» μπῆκαν οἱ Βυζαντινοὶ στὴν Κων-
σταντινούπολη. Μὲ μεγαλοπρέπεια ἐπιθυ-
μοῦσαν νὰ γίνει ἡ εἴσοδος τοῦ αὐτοχράτορα
στὴ θρυλιχὴ π ωτεύουσα. ᾿Απὸ τὴ Χρυσῆ
η. Πύλη δοξασμένη. Δοξασμένοι αὖτο-
κράτορες εἰσῆλθαν, γικητὲς σὲ μάχες δοξα-
σµένες. Μὰ οἱ Δυτικοὶ ειχαν ἐντειχίσει τὴ
Χρυσῆ Πύλη. ᾿Ανοίχθηκε τώρα. Διευθετή-
θηχε.
Ἦταν λοιπὸν ἡ δεκάτη πέμπτη Αὐγού-
στου. Ἔτος 1261. Πρωί. Καὶ ὁ ὁ μητροπολίτης
Κυζίκου ἀνέθηχε σ᾽ ἕναν ἀπὸ τοὺς πύργους
τῆς Χρυσῆς Πύλης. "Αρχισε νὰ ἀπαγγέλλει
τοὺς δεκατρεῖς ὕμνους, ποὺ εἶχαν γι᾿ αὑτὸ τὸ
ὁλότελα ἐξαιρετικὸ γεγονὸς γραφεῖ ἀπὸ τὸν
Γ εώργιο ᾿Αχροπολίτη «ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ καὶ δυσὶ
νυξὶν». Ύμνοι εὐχαριστήριοι πρὸς τὸν Ὕψι-
στο ἦταν.
«Πῶς μοῦ ἔρχονται ὅλα στὸ νοῦ, τί συ-
γκίνηση ἔνιωθα... συγκινημένοι καὶ οἱ γύρω
μου... ὁ μητροπολίτης κρατοῦσε τὴν εἰκόνα
τῆς Παναγίας, μὲ τὴν ἀνάγνωση τοῦ κάθε
ὕμνου, ἀσκεπῆς ἐγώ, ὁ αὐτοκράτορας καὶ γο-
νάτισα... καὶ ὅλοι γονάτισαν... ναί, ναί... ἀξιω-
ματοῦχοι καὶ λαός... μετὰ τὴν γονυκλισία
ψέλναµε ὅλοι μαξὶ ἑκατὸ φορὲς τὸ “Κύριε
ἐλέησον” καὶ σκουπίζαμε τὰ δάκρυά μας...
δάκρυα χαρᾶς ἦταν...».
Προπορευόταν. τὸ ἅρμα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς
Παναγίας, πεζὸς ὁ αὐτοχράτορας, πεζοὶ ὅσοι
ἀκολουθοῦσαν, ἔφθασαν στὴ μονὴ Στουδί-
ου. Ἐκεῖ μὲ κατάνυξη τοποθέτησαν τὴν ἅγια
εἰκόνα. Ἔφιππος τώρα ὃ ὁ αὐτοκράτορας, καὶ
οἱ ἀξιωματοῦχοι, καὶ οἱ δυνάμενοι. Καὶ
τὴν ἄμετρη χαρὰ τοῦ πλή θους ἐφθασαν στὴν
Αγία Σοφια. Προσκύνη σε ὁ αὐτοκράτορας,
προσκύνησαν ὅλοι. Εὐχαρίστησαν τὸν Ὕψι-
στο.
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΑΞΙΜΟΥ
Μιχαὴλ Η Παλαιολόγος
«Μὲ συνόδευσαν οἱ πάντες στὸ Κοσμί-
διον, ὅπου ἔμενα ἀρχικά... τραγούδια κλά-
ματα... κλάματα χαρᾶς ὅλοι... ὅλοι... ψαλμοί,
ψαλμωδίες ὅλο τὸ πλῆθος... ὅλο... ὅλο, τί ἀξέ-
χαστη μέρα... παλαιοὶ κάτοικοι... κάτοικοι
τῆς πόλ ῆς, καὶ οἱ νεοφερμένοι ἀπὸ τὴ Νίκαια,
ὅλοι μὲ ξητωκραύγαξαν... “ζῆθι! ζῆθι”, κα:
θαρὰ τὸ ἄκουγα, πόσο μ᾽ εὐχαριστοῦσαν
αὐτὲς οἱ ξητωκραυγές... ἄργησαν νὰ διαλυ-
θοῦν... μ᾽ εὖ αριστοῦσε... πόσο μ᾽ εὐχαρι-
στοῦσε ποὺ μὲ ζη τωχραύγαξαν. ΝΥ
Καὶ οἱ νεοφερμένοι; ἫἩ Κωνσταντινούπο-
ληή Ίταν αὐτὴ ἐδῶ ἡ πόλη; Αὐτή, ποὺ χρόνια
στὴ φαντασία τους τὴν ἔχτιζαν μὲ τὰ ὅσα
ἄκουγαν, μὲ τὰ ὅσα εἶχαν ἆ ἀκούσει ἀπὸ μεγα-
λύτερους, χι αὐτοὶ ἀπὸ ἀκόμα γεροντότερους;
Γιὰ δενδροφυτευμένους δρόμους εἰχαν ἀκού-
σει. Δὲν ὑ ὑπῆρχαν. Γ ιὰ ἐμθόλους. Για πλατεῖες
στολισµένες μὲ ἀγάλματα, γλυπτά, δένδρα.
Δὲν ὑπῆρχαν. Καὶ ποῦ εἶναι ἡ ἄνευ τέλους
Μέση Οδός; “Ὅπου οἱ χρυσικοὶ εἶχαν τὰ μα-
γαξια τους; Μαγαξιά, ποὺ δὲν τὰ εἶχε γνω-
ρίσει ἄλλη χώρα! Ἔθλεπες σκεύη, ἔπιπλα
αργυρᾶ. Χρυσᾶ. Καὶ κοσμήματα, Πρωτοθώ-
ρητα! "Αλλοτε. Τώρα; Χώματα ἡ Μέση
Οδός. Πέτρες. Ἐκτάσεις ἀνασκαμμένες. Χα-
λάσματα. Ἐκεῖ ὅπου μαρμαρόκτιστα τριόρο-
φα, τετραόροφα κτίρια τὸ κορμί τους ὕψω-
ναν. ΓΑλλοτε. "Αλλοτε...
Ποῦ εἶναι οἱ πρᾶτες; Σουσαμᾶτα, κα-
ρυδᾶτα ὑφάσματα νὰ διαλαλοῦν, διαφορε-
τικὲς οἱ φωνές τους, καὶ γέμιζε ὁ ὁ ἀέρας χαρά.
Ζωή. "Αλλοτε. Ποῦ εἶναι τὰ χρυσοπλουµι-
σµένα φορεῖα; Τὰ λεκτίκια μὲ τις ἀρχόντισ-
σες; Οἱ καλοκυράδες μὲ τὸ προσωπίδιν στὸ
πρόσωπο; Καὶ νὰ τὶς ἀκολουθοῦν οἱ σκλάδες
μὲ τὸ πανέριον στὰ χέρια. Πανέριον μὲ ὅλα τὰ
καλὰ τῆς ςζήσης. Οἱ ἄρχοντες στὰ ἄλογα; Ιδι-
οι θασιλιᾶδες. Καὶ οἱ πεζοὶ τόσο καλοντυμέ-
νοι. "Αλλοτε...
Καὶ τὰ δασιλικὰ παλάτια; Τὸ Μέγα Παλά-
τιον στεκόταν ἀκόμα. Μωλοπιομένο. ᾿Αγκά-
θια οἱ κῆποι. Ποῦ εἶναι ὁ Βουκολέων με τὶς
πεντακόσιες αἴθουσες θη σαυροὺς γεμᾶτες;
"Αλλοτε... ἄλλοτε... Καὶ τὰ σαράντα παρεκ-
χλήσια του; Στὸ Ἱερὸν Παρεκκλήσιον τὰ ἱερὰ
λείψανα φυλάγονταν σὲ λειψανοθῆχες ἀπὸ
ἐλεφαντοκόκκαλο. ΄Εργο τέχνης τὸ Ἱερὸν
Παρεκκλήσιον. ᾿Ασήμι, ὅπου σίδερο χρεια-
ζόταν. Μάρμαρο τὰ πατώματα, ὅπως τὸ κρύ-
σταλλο στραφτοκοποῦσαν. Πορφυρίτης, ἰα-