ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
163ΙΟΥΛΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Άγιος Ουπράβδα — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
Αγιος Οὐπράόδα
«Ἢ ὀμορφιὰ ποὺ ἐκφραξόταν στοὺς Ρωμαίους, ὅπως σήμερα στοὺς ᾽Αμερικάνους (καὶ ἐ ὄχι μόνο )
ἀποκλειστικὰ σὲ μὴ χανὲς καὶ οἰκοδομές, δὲ σπαταλιόταν, ὅπως στὴν Ἑλλάδα, πάνω στὰ ἀγγεῖα καὶ
στὸ μάρμαρο. Παράμενε πραχτικὴ -- ὡς κι οἱ ἴδιοι οἱ θεοὶ ήταν ἀναγκασμένοι νὰ γίνονται χρήσιμοι
στοὺς ναοὺς [αὐτὸ χάτι μοῦ θυμίζει] Ηὀ ὀργάνωσι καὶ ἡ πρακτικὴ αἴσθησι, ἀρετὲς : τῶν πεζῶν τα-
μπεραμέντων, μπόρεσαν νὰ κατακτήσουν τὸν κόσμο πιὸ γρήγορα, καὶ κυρίως μὲ τρόπο πιὸ μόνιμο
ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τῇ φαντασία. Αντὶ νὰ φτιάχνουν προτομὲς καὶ τραγωδίες, οἱ Ρωμαῖοι κατάφεραν
νὰ θελτιώσουν μεθοδικὰ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς καὶ νὰ παχύνουν τὰ πουλερικά τους. ᾿ Ακόμα καὶ
οἱ χῆνες πάνω στὸ Καπιτώλιο ἡ ἦταν παχειές».
Ἂν ὁ ᾿Ιουστινιανὸς θέλησε νὰ ἀνορθώσει τὴν ἀρχαία ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, ἦταν γιατὶ εἶχε ἀνά-
γΧη ἀπὸ κότες. ᾿Απὸ τὴ μιὰ μεριά, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ δίτσιο τοῦ 4 ικέφαλου, ποὺ ἔδειχνε ἰδιαί-
τερη προτίμηση σὲ δαῦτες, χι ἀπὸ τὴν ἄλλη, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴ δίαιτα τῆς Θεοδώρας, ποὺ τρε-
φόταν ἀποχλειστικὰ μὲ λαχανίδες καὶ στῆθος κότας. Στὴν ὕ ὑγιεινὴ αὐτὴ διατροφὴ χρώσταγε τὴ γευ-
ρώδη σιλουέττα τῆς καὶ τὴν αἰσθησιακὴ χλωμάδα μὲ τὶς σκοτεινὲς ἀνταύγειες τῆς πρώτης νεότητας,
ποὺ τρέλλαιναν τὸν ᾿Ιουστινιανό, καθως καὶ τὸ μόνιμο πρόδλημα τοῦ χαμηλοῦ αἱματοκρίτη καὶ τῆς
κακῆς τροφοδοσίας τοῦ ἐγχεφάλου. Αὐτὸ είναι ὁ λόγος, πού, ἂν καὶ Ελληνίδα στὴν χαταγωγή, δὲν
τὰ κατάφερε ποτὲ νὰ σχεφθεῖ ἑλληνικά. Εἰχε ὃ ὅμως τοὺς ἱστορικοὺς μὲ τὸ μέρος τῆς (ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ
τὸν Προκόπιο), ποὺ εἶχαν νὰ τὸ λένε γιὰ τις σοφὲς συμδουλὲς ποὺ ἔδινε στὸν αὐτοχράτορα σύξυγό
τῆς. Στὴ Στάσι τοῦ Νίκα πιὰ ἔδωσε ρέστα, γιατί, καθὼς εἰχε χάσει πᾶσαν ἰδέαν γιὰ τὸν ᾿Ιουστινιανό,
δὲν εἰχε χαμμιὰ ὄρεξη νὰ ξαναγυρίσει στὸ πεζοδρόμιο. Βέδαια ὧρες καὶ ὧρες πρὶν ἀπὸ τὴ Θεοδώρα
τὸ πάλευε ὁ Βελισάριος, νὰ σώσει τὸ ἀφεντικό του ἀπὸ τὴν ξευτίλα, ἀλλὰ ποιός τοῦ δινε σημασία; "Ετσι
καὶ σάλεψε ὅμως ἐχείνη τὰ χειλάκια της, ὁ πεσμένος ἀνορθώθηχε. «Καλὸν ἐντάφιον ἡ τυρρανίς», καὶ
ντοῦρος ὁ ᾿Ιουστινιανός, καὶ στὴν ἀθανασία ἡ Θεοδώρα, καὶ καρφωτὸς γιὰ τὸν Ιππόδρομο ὁ Βελι-
σάριος. ᾿Εχνευρισμένος ἀπὸ τὰ καμώματα καὶ τὶς αὐτοκρατορικες σαχλίτσες, χύμηξε στὸ σωρὸ κι
ἔσφαδε ἀδιακρίτως, δασιλικοὺς χαὶ ἀριστερούς, 30.000, ὥσπου νὰ πεῖς Χύμινο. Οἱ πράκτορες ποὺ
εἶχαν προηγηθεῖ, εἶχαν Χάνει καλὴ δουλειά. Οἱ στασιαστὲς τρώγονταν πιὰ μεταξύ τους, καὶ στὴν
οὐσία δὲν ὑπῆρξε ἃ ἀντίστασι. Μπράδο, Βελισάριε.᾽ Ἂν δάκρυσε γιὰ δὲ δάκρυσε ἡ χυρα-άέ έσποινα, θὰ
σᾶς γελάσω. Ἡ Θεοδώρα ὁ ὅμως πολὺ τὸ φχαριστήθηκε. Μέτρησε τὶς δυνάμεις της. Καὶ ἡ γυναῖκα
εἶναι πάντα γυναῖκα. Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία ποὺ πέρασε στὴν “Ἱστορία σὰν ἧ ἀχτύπητη δασίλισσα-σύ-
ζυγος, ἐδίδαξε τὶς γενεὲς τῶν γυναικῶν: Κορίτσια, πάρτε τὴ ζωὴ στὰ χέρια σας, γιατὶ χαθήκατε.
Κάτι ὅμως δὲν πήγαινε καλά. Ἡ θαμμένη στὰ χατάδαθά της μικρὴ ἀλήτισσα ἓ ἔσκαγε μύτη πότε-
πότε, γιὰ νὰ ὄρεϊ τὴν εὐκαιρία νὰ τὸ σκάσει. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατο, ἡ Θεο-
δώρα ξεστράτισε στὴ μεγαλομανία, κατάστασι μὲ ἐπικίνδυνες παρενέργειες. Τὴν ἔπιασε στὸ πίτς-φυ-
τίλι ἡ ἡ κολλητή της ᾿Αντωνῖνα, γυναῖκα τοῦ Βελισάριου - «Τ᾽ ἔ χεις, καρδούλα μου, κι ὅλο μοῦ κιτρι-
νίξεις» -- «Πολὺ στενὸς ὁ Βόσπορος», εἶπε κι ὁ γοῦς τῆς ταξίδεψε ἀστραπή, ἀγκάλιασε τὴ Μεσόγειο.
- «Καί γιαυτὸ μοῦ χολοσκᾶς; Τὸ Βελισάριο γιατὶ τὸν ἔχουμε; Τὸν ἐξαποστέλλουμε στοὺς Λατίνους,
κι ἐκεῖνος ξέρει τὴ δουλειά του, ἐγὼ δρίσκω τὴν ἡσυχία μου μὲ τὸ τεκνὸ ἀπὸ τὴ Θράκη κι ἐσὺ γίνε-
σαι ἡ πρώτη κυρία τῆς Μεσογείου».
᾿Αλλ’ ἂς δάλουμε τὰ πράγματα σὲ μιὰ σειρά. «Ξαφνικχὰ τὸ 518 ἐμφανίστηκε στὸ προσκήνιο μιὰ δυ-
ναστεία, ποὺ ἀξίωνε νὰ ἀνακτήσει τὶς παλιὲς ἐπαρχίες στὴν ᾿Αφρικὴ καὶ τὴν Κεντρικὴ Εὐρωπη καὶ
γὰ ἀναστήσει τὸν λατινισμό, ὑποσχάπτοντας τὴν ἰσχὺ τοῦ Ελληνισμοῦ» -- Λερναίας “ Ύδρας, που ἕνα
κεφάλι τοῦ ᾿χοὄες, δέκα ξεφύτρωναν. Κι αὐτὴ ἡ παναθεματισµένη γλῶσσα τους, νόσος ἐνδημική, ν᾿
ἁπλώνεται σὰν τὴ χολέρα! « Τὸ πιὸ περίεργο εἰναι, ὅτι ὁ ἱδρυτὴς τῆς δυναστείας, ὁ Ἰουστῖνος, δὲν ἡ ἦταν
Λατῖνος στὴν καταγωγὴ ἀλλὰ Σλαῦος (. .} Γ Ἐννήθηκε χοντὰ στὰ Σχόπια τῆς Δαρδανίας, στὶς ὄχθες
τοῦ ᾿Αξιοῦ, ἀπὸ γονεῖς ἀγρότες ἢ ποιμένες καὶ ἦταν τελείως ἀγράμματος. δὲν ἤξερε κἂν νὰ ὑπο-
γράψει. Τὸ πρῶτο του ὄνομα δὲν τὸ ξέρουμε. Ξέρουμε ὅμως, πὼς εἰχε μιὰ ἀδελφή, ποὺ τὴν ἔλεγαν Βι-
γλενίτζα, ποὺ ἦταν παντρεμένη μὲ κάποιον ᾿Ιστὸκ καὶ εἶχαν ἕνα γιό, τὸν Οὐπράδδα. “Ὅταν ὁ Ἰουστῖνος
(λατινικὸ τὸ ὄνομα) κέρδισε τὸ θρόνο καλύπτοντας ἔγκαιρα τὴν καταγωγή του καὶ ἐξουδετερώνο-
ντας τοὺς ἀνίκανους ἀντιπάλους του, ἢ Βιγλενίτξα ἔ ἔγινε Βιγιλάντια, ὁ Ιστὸκ Σαθόάτιος καὶ ὁ Οὐπρά-
ὔδα Ιουστινιανός, ποὺ μόλις πρόσφατα τὸν ἀνεκήρυξε ὁ ἅγιο ἡ ἐφημερίδα « ᾿Ορθόδοξος Τύπος». "Τὸ
πιὸ παράδοξο εἶναι, πὼς ὅ, τι δὲν ἐ ᾿ ἐπεχείρησαν οἱ προκάτοχοι τοῦ Ιουστίνου ἰθαγενεῖς αὐτοκχράτορες,
δηλαδὴ τὴν ἀνόθρωση τοῦ ἀρχαίου ρωμαϊκοῦ κράτους, ἀνέλαθε νὰ πραγματοποιήσει ὁ ἔποικος αὐτὸς