ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
163ΙΟΥΛΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Λείψανα αρχαίου ναού και λατρεία που επιβιώνει στην πυραμίδα Ταϋγέτου — ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΛΕΊΨΑΝΑ ΑΡΧΑΙΟΥ ΝΑΟΥ ΚΑΙΛΑΊΡΕΙΑ
ΠΟΥ ΕΠΙΡΙΟΝΕΙΣΤΗΝ ΠΥΡΑΜΙΔΑ ΤΑΥΓΕΤΟΥ
᾽Αγαπητὲ κ. Λάμπρου,
Ὁ «Δαυλὸς» ἔ ἔχει ἀσχολη θεῖ πρῶτος χαὶ χατ᾽ ἐπανάληψιν μὲ τὴν Πυραμίδα τοῦ Ταὐγέτου (τεύχη 148,
149 156, 159). "Ἔτσι παίρνω τὸ θάρρος νὰ χαταθέσω καὶ τὴν προσωπική µου μαρτυρία, ποὺ προκύπτει ἀπὸ
μιὰ πρόσφατη ἐπίσχεψή µου στὸν χῶρο αὐτό.
Λίγο πρὶν τὴν εἴσοδο στὴν πόλη τῆς Σπάρτης ἀπὸ τὸ δρόμο Τριπόλεως- -Σπάρτης μπορεῖ νὰ δεῖ χανεὶς
χαθαρὰ τὸ πυραμιδιχὸ σχῆμα τῆς δεύτερης κορυφῆς τοῦ Ταὐγέτου. “Ὅμως χαθαρότερα φαίνεται, ὅταν πη-
γαίνει πρὸς τὸ Ξηροκάμπι, ἕνα χωριὸ μετὰ τὴ Σπάρτη. Ἐκεῖ θρίσχεται κάτω σχεδὸν. ἀπὸ τὸν χῶνο τῆς χο-
θυφῆς καὶ ἀντικρύζει ἕνα ἰδιαίτερα ἐπιθλητικὸ θέαμα, ποὺ δὲν ἀφήνει ἀμφιόολίες ὅ ὅτι πρόχειται περὶ λα-
ξευμένης πυραμίδας. Ἡ εἰκόνα ποὺ ἁπλώνεται στὰ μάτια τοῦ παρατηρητῆ θυμίζει τὴν γνωστὴ Πυραμί-
δα τῆς Γκίζας- ἀλλὰ σὲ μεγαλύτερο μέγεθος- νὰ στέχει πάνω στὸν Ταὔγετο.
Ἡ πυραμίδα αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν ὑψηλότερη χορυφὴ τοῦ Ταὐγέτου μὲ 2.408 μ. ὑψόμετρο. Ὀνομάζεται
Ταλετὸν ἀπὸ τῇ «μυθολογία» καὶ Προφήτης Ἤλιας σήμερα. Στοὺς ὁ ἀρχαίους χρόνους ὑπῆρχε ἐχεῖ ἱερὸ τοῦ
θεοῦ ' Ηλίου, ὅπου συνήθιξαν νὰ θυσιάζουν λευκοὺς θόες ἢ λευχοὺς ὁ ἀμνούς, τοὺς ὁποίους ετέφεραν χυ-
ρίως ἀπὸ τὸν Πάρνωνα. Στὶς ἡμέρες μας λοιπὸν ἑχατοντάδες προσχυνητὲς χάθε χρόνο στις [9᾽ ἰουλίου,
παραμονὴ τῆς μνήμης τοῦ Προφήτη Ἠλία, ἀνεθαίνουν στὴν ἴδια χορυφή, γιὰ νὰ διανυχτερεύσουν, νὰ «λα-
τρεύσουν» χαὶ νὰ «θυσιάσουν», ὅπως θὰ διηγηθῶ πιὸ κάτω.
Θεωρώντας το σὰν πρόκληση ἀποφασίσαμε τὸ περασμένο καλοκαίρι ὁ ὁ σύζυγός µου, ἕνας λος μας κι
ἐγὼ νὰ ἀνεθοῦμε στὴν χορυφὴ χαὶ νὰ θρεθοῦµε στὸν πανάρχαιο αὐτὸ ἱερὸ χῶρο. Ὑπάρχουν δύο θασικὲς
διαδρομές, γιὰ νὰ φτάσει χανεὶς στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδας. Ἡ μία ἀπὸ τὴ Σπάρτη μέσω Παλαιοπανα-
γιᾶς, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ δορειοανατολιχὴ πλευρὰ καὶ ἡ ἄλλη ὁ ἀπὸ τὴν Καλαμάτα, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ νο-
τιοδυτικὴ πλευρὰ τῆς πυραμίδας, Φυσιχὰ οἱ ντόπιοι μποροῦν νὰ προσεγγίσουν ἀκολουθώντας καὶ ἄλλες
τοπικὲς διαδρομὲς ὁ ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ τοῦ Ταὐγέτου.
Ὁ δρόμος τῆς Παλαιοπαναγιᾶς εἰναι ἀσφαλτοστρωμένος σχεδὸν μέχρι τὴν θέση ΄ Αγία Βαρθάρα, ἕνα
μεγάλο πλάτωµα μὲ πλατάνια καὶ μιὰ θρύση, όπου ὁ ταξιδιώτης μπορεῖ νὰ καθίσει καὶ νὰ ξαποστάσει. ᾿Απὸ
τὴ θέση αὐτὴ ξεκινᾶ ἕνας πολὺ ἆ ἄσχημος ἀνηφοριχὸς καὶ ἑλικοειδῆς χωματόδρομος γιὰ 19 περίπου χιλιό-
µετρα µέχρι τὸ καταφύγιο. Ἡ διαδρομὴ λοιπὸν μπορεῖ νὰ συνεχισθεῖ γιὰ ὅσους ἐπιδαίνουν σὲ τραχτέρ,
τζίπ, χάποιο ψηλὸ χαὶ δυνατὸ ὄχημα δ αθέτουν ζῷα, ἐκτὸς δέδαια ἂν ἔχουν πρόθεση γὰ περπατήσουν.
Ὅμως ἀπὸ τὸ καταφύγιο καὶ μετά ἡ ἀνάδαση εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὰ πόδια ἢ μὲ μουλάρι.
Στὸ χαταφύγιο φτάσαμε ἀπόγευμα, ὅπου ἀφήσαμε το αὐτοχίνητο. Ἔμπειροι ὀρειδάτες, ποὺ “μᾶς ὑπο-
δέχτηκαν, μᾶς ὑπέδειξαν νὰ ξεχινήσουμε τὸ γρηγορώτερο, ὥστε νὰ φτάσουμε στὴν χορυφή, πρὶν πέσει ὁ
ἥλιος. Ξεχινήσαμε λοιπὸν νὰ ἀνεόαίνουμε μὲ τὰ πόδια ἐφοδιασμένοι μὲ ὑπνόσακκους καὶ 6ασικὲς προ-
μή θειες. Κατὰ τὴν ἀνάδαση δὲν ὁ ἀντιμετωπίσαμε ἰδιαίτερα προθλήµατα. Βέθαια χρειάστη χε πολλὲς φορὲς
νὰ ἀναρριχη θοῦμε σὲ θράχους παὶ νὰ χάνουμε πολλὲς στάσεις. Συναντη θήχ αμε ἀρχετὲς φορὲς μὲ ἄλλους
προσκυνητές. ἄνδρες, γυναῖχες, νέους, ἠλικιωμένους, μερικοὺς ἰδιαίτερα ἐ ἐξοικειωμένους μὲ τὴ διαδρομή,
ὥστε νὰ μᾶς προσπερνοῦν χαὶ νὰ ἀπομαχρύνονται γρήγορα. Ἔπρεπε νὰ εἴμαστε σὲ ἑτοιμότητα, ὥστε νὰ
ἀχολουθοῦμε τοὺς ὀρειθατικοὺς δεῖχτες, οἱ ὁποῖοι εἰναι τοποθετημένοι κατὰ μεγάλα διαστήματα καὶ ση-
μαδεύουν τὴν χορυφή. Ἡ τραχύτητα τοῦ τοπίου καὶ τῶν καιρικῶν συνθηκῶν ἔχει καταστρέψει μερικοὺς
ἀπ’ αὐτούς, ἔτσι ὑπάρχει πάντα ὁ χίνδυνος γιὰ χάποιον νὰ λοξοδρομή σει.
᾿Αντιχρύζοντας τὴν πυραμίδα ὁ ἀπὸ τὸ χαταφύγιο ἔχει Χανεὶς τὴν ἐντύπωση ὅτι μπορεῖ νὰ ὑρίσχεται
στὴν κορυφὴ σὲ μισὴ- μιὰ ὥρα. Ὅσο ὅ ὅμως ἀνεδαίναμε, τόσο ἔμοιαζε νὰ ἀπομακρύνεται. ᾿Ανεδαίναμε γι
δυόμισυ περίπου ώρες, ὅταν παρατηρήσαμε ἀριστερὰ στὸ μονοπάτι μας σὲ ἀπόσταση 20-25 μέτρων ἕνα
ἄνοιγμα σὰν καταπακτὴ ἢ εἴσοδο διαμορφωμένη σὲ χεχλιμένο ἔδαφος, ὅ ὅμως: κόπωση τῆς στιγμῆς παὶ ἡ
δυσχολία προσέγγισης μᾶς ἀπέτρεψαν ἀπὸ τὴν ἐξερεύνησή της. Βράχοι καὶ ἔδαφος ἐμπόδιξαν τὴν ἐπί-
σχεψή µας στὸ ἄνοιγμα αὐτό, ὅμως φαινόταν ὅτι εἶναι τεχνητὸ καὶ μὲ ἱκανὸ μέγεθος, ὥστε νὰ περνάει
ἕνας ἄνδρας ὄρθιος. ᾿Αργότερα, ὅταν ρωτήσαμε ντόπιους καὶ ὀρειθάτες, κανεὶς δὲν γνώριζε τί ἦταν καὶ
ἂν ᾿ὁδηγοῦσε χάπου.
“Όταν συµπλη ρώσαμε τρεισήµισυ ὧρες ἀνάδασης, φτάσαμε σ᾽ ἕνα κακοτράχαλο σχεδὸν κάθετο µονο-
πάτι͵ ποὺ κατέληγε σ᾽ ἕνα στενὸ πέρασμα, ἕνα πέρασμα ποὺ θύμιζε πύλη σχηματισμένη ἀπὸ δύο θράχους
δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Τὴν πύλη αὐτὴ οἱ ντόπιοι τὴν ὀνομάζουν «Πόρτες». Αὐθόρμητα συμφωνήσαμε καὶ
οἱ τρεῖς, ὅτι κάτι πρόχειται ν᾽ ΠΝ ὅτι χάτι σημαίνει αὐτὴ ἧ πύλη. Καὶ πράγματι, μόλις τὴν περάσα-
με, μᾶς ὑποδέχτηχε ἕνας ἐντελῶς διαφορετικὸς τόπος. Πίσω µας ἔμεναν οἱ θράχοι χαὶ ἡ τραχύτητα. Ἐμπρός