ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
22ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1983
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μεταξύ σοβαρού και αστείου — ΚΑΡΦΙΑΣ, ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ
δού, λοιπόν, ὅτι καὶ οἱ σημερινοὶ
«ποιμένες ὑπηρεσίας» τῆς ἡμετέρας
στάνης καλοῦνται νὰ γευθοῦν τὸ
«κυπριακὸν πιᾶτον», τὸ ὁποῖον ἡτοίμασαν
--ἐν ἀγαστῇ συμπνοίᾳ, παρὰ
τὰ θορυβώδη ἀντιλεγόμενα--- οἱ ἀρχιμάγειροι
̓Ανατολῆς καὶ Δύσεως εἰς τὰ
κοινὰ μαγειρεῖα των. Εἶναι, ἄλλωστε,
οἱ μόνοι ἐγχώριοι «μπιστικοί», οἱ ὁποῖοι,
λόγω τῆς προσφάτου «ἐπαγγελματοποίησής»
τῶν (διὰ νὰ νεολογίσωμεν
προσηκόντως), δὲν ἔχουν μέχρι
στιγμῆς δοκιμάσει τὸ ποικίλως σερβιριζόμενον
τοῦτο ἔδεσμα, τὸ ὁποῖον,
βαρὺ καὶ δύσπεπτον ὡς ἐκ φύσεως εἴναι,
εἶχε κατὰ τὰ παρελθὸν πολλοὺς ὁμοτέχνους
τῶν «βαρυστομαχιάσει», ἐνίους
δὲ καὶ εἰς «κῶμα» ὁδηγήσει...
Βεβαίως, «ἡ τοῦ ὄνου συμφορὰ» τοῦ
αἰσωπείου μύθου ἔχει πάντοτε τὴν διδακτικήν
της ἀξίαν, δι ̓ ὅ καὶ ἡ ἀρχικὴ
εὐγενεστάτη (ὄχι, παίζομεν!) ἄρνησις
---κ«θαυμάσιον τὸ φαγητόν, πλήν, μοῦ,
σοῦ, τοῦ, ξοῦ...»--- τουτέστιν «παρελθέτω
ἀφ ̓ ἡμῶν....». Ὅμως, ὡς φαίνεται,
ἡ ἄρνησις αὕτη ἤγειρεν ἤδη τὴν
μῆνιν τῶν ἀρχιμαγείρων (καὶ τῶν ἐγχωρίων
λαντζέρηδών των), οἵτινες
πράττουν καὶ θὰ πράξουν ὅ,τι δύνανται
(καὶ τὶ δὲν δύνανται!), ὅπως τὸ παρασκευασθὲν
φαγωθῆ, ζεστὸν ἤ κρῦον.
(Ὅσον κρυώνει, τόσον δυσπεπτότερον
καθίσταται).
Τὸ θλιβερὸν συνακόλουθον τοῦ μοιραίου
τούτου ἐδέσματος εἶναι, ὅτι, ὅστις
ἀρνηθῆ νὰ τὸ γευθῆ, «τρώγεται»
ὁ ἴδιος καὶ ὅστις τὸ φάγη, τὸν «τρώγει»
τὸν ἴδιον! Πάντως, τὸ ραντεβοῦ μὲ
«τὴν ἱστορίαν» ἤ μὲ τὸ γεῦμα ἔχει
κλεισθη, ἡ δὲ μεσημβρία πλησιάζει...
Ε ὰν ἦτο ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ὅτι ἡ
ὑπερβολὴ φονεύει,
ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ
πολλοῦ θὰ ἐκατοικεῖτο ἀπὸ κουρούνας
μόνον, καθὼς δὲν ὑπάρχει συνέλ-
λην, ποὺ νὰ μὴν «βλέπη» καθημερινῶς
πέντε καμήλους ὡς κώνωπας καὶ πέντε
κώνωπας ὡς καμήλους, ἀναλόγως
τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος ἤ τῶν
κομματικῶν ὀμματούαλίων του. Τὰ ἡμέτερα
καλὰ καθίστανται οὕτω κάλλιστα,
τὰ ἀλλότρια κακά, κάκιστα ̓ καὶ
τοὔμπαλιν.
Πρὸς ἄμβλυσιν τοῦ φαινομένου ἐσκέφθην
νὰ προτείνω τὴν διὰ νόμου
κατάργησιν τοῦ ὑπερθετικοῦ βαθμοῦ
ὅλων τῶν ἐπιθέτων καὶ τὴν ὑποχρεωτικὴν
διδασκαλίαν εἰς τὰ σχολεῖα τοῦ
μαθήματος τῆς Σημαντικῆς (τῆς ἔπιστήμης,
ποὺ διδάσκει τὸ νόημα καὶ
τὰς διαστάσεις τῶν λέξεων), πλήν
«οὐκ ἐᾷ με» τὸ τοῦ Ροΐδου πάθημα.
ἕως γνωστόν, ὁ Ροΐδης εἶχεν ὑποδείξει,
ὅτι
ἡ Ἑλλὰς ἕνα νόμον μόνον
χρειάζεται, τὸν «περὶ τηρήσεως τῶν
κειμένων νόμων», ὅμως ἡ πρότασίς
του ἀπερρίφθη, διότι ἀφ ̓ ἑνὸς θὰ κατεδίκαζεν
εἰς ἀνεργίαν τοὺς τριακοσίους
νομοθέτας μας καὶ τὰς χιλιάδας τῶν
παρατρεχαμένων των, οἵτινες, ἀσχολοῦνται
ἐπαγγελματικῶς μὲ τὴν νομοθετικὴν
παραγωγήν, ἀφ ̓ ἑτέρου δὲ θὰ
ἐστέρει τοὺς νεοέλληνας ἀπὸ τὸ προσφιλέστερον
τῶν σπὸρ ἤτοι τὴν ἀναγραφὴν
εἰς τὰ παλαιότερα τῶν ὑποδημάτων
τῶν παντὸς νομοθετήματος.
Παρομοίως, τυχὸν κατάργησις τοῦ
ὑπερθετικοῦ τῶν ἐπιθέτων ἀμέσωςἀμέσως
θὰ μετέτρεπε πολλὰς τῶν ποιμένων
μας «βαθυτάτας» συγκινήσεις
εἰς «βαθεῖας» ἁπλῶς, ἐνῶ ἡ διδασκαλία
τῆς Σημαντικῆς θὰ ἔκαμεν πολλὰ
πρόβατα νὰ κατανοοῦν τὰ διαλαμβανόμενα
καὶ ἀντὶ νὰ χειροκροτοῦν ἤ νὰ
θυμώνουν, ἁπλῶς νὰ γελοῦν μὲ τὴν
πλημμύραν τῶν ὑπερθετικῶν ποὺ ρυπαίνουν
τοὺς ἀθηναϊκοὺς τοίχους ἤ
κοσμοῦν τοὺς τίτλους τῶν καθημερινῶν
ἐφημερίδων.