ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
164-165ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο δυϊσμός του Πυθαγόρα και ο ενισμός της ελληνικότητας — ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΥ, Μ.
Κείμενο φύλλου
ΔΑΥΛΟΣ/164-165, Αὔγ.-Σεπτ. 1995
9811
τοῦ Διόνυσου, καὶ σὰν ὀρφικὸς μύστης ἦταν καὶ
ἀνεξίθρησκος, ὅπως ὅλοι οἱ Ἕλληνες, καὶ γνώστης
τοῦ μυστιχιστικοῦ συμθόλου τοῦ Ὄρφισμοῦ,
ποὺ ἦταν ὁ σταυρὸς (τόσο ὁ ̓Ορφέας ὃ ὅσο
καὶ ὁ Προμὴ θέας ἐμφανίζονται σὲ παραστάσεις
σταυρωμένοι). Είναι δὲ ὁ σταυρὸς καὶ τὸ μυστικιστικὸ
σύμδολο τῶν Καθειρίων μυστηρίων,
ὅπως θὰ ἀναγνωρίσει ὁ ἐπισκέπτης τοῦ μουσείου
τῆς Σαμοθράκης. Στὸν χριστιανισμὸ καθιερώθηκχε
κατὰ τὸν 50 αἰῶνα, ὅταν ὁ Χριστιανισμός,
ἔχοντας γίνει ἐξουσία, ἄρχισε νὰ ἀπορροφᾶ
τὰ τελετουργικὰ τῶν «ἐθνικῶν» ἑορτῶν
Σαθάζια- Μιθραϊκὰ (γιορτὲς γένεσης), Αδώνια
(γιορτὲς ἄνοιξης-ἀνάστασης τῆς φύσης), Παναθήναια
(γιορτὲς Αὐγούστου) κ.λπ.
Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἦταν ἰσόθιος-μέγιστος
ποντἰφηξ τοῦ θεοῦ “Ἥλιου (ροπ/ι{εχ πιαχίπιυς)
καὶ μὲ ἱεροτελεστία τοῦ ἐθνικοῦ ἀρχιερέα ἔχκανε
τὰ ἐγκαίνια τῆς «Νέας Ρώμης». Καθιέρωσε
τὴν ὀνομασία τῶν ἡμερῶν τῆς ἑθδομάδας πρὸς
τιμὴν τῶν θεῶν καὶ εἰδικώτερα: τῆς πρώτης ἡμέρας
σὰν ἡμέρας τοῦ Ἥλιου, τῆς δεύτερης τῆς
Σελήνης, τῆς τρίτης τοῦ ”Αρη, τῆς τέταρτης τοῦ
Ἑρμῆ, τῆς πέμπτης τοῦ Δία, τῆς ἕκτης τῆς
̓Αφροδίτης καὶ τῆς ἔθδομης ὡς ἡμέρας τοῦ Κρόνου.
Μετὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν εἰκονολατρῶν
ἐπὶ τῶν εἰκονομάχων (μαχροχρόνιος, φονικότατος
καὶ μὲ τρομακτικὲς θηριωδίες ἐμφύλιος
πόλεμος ἀπὸ τὸ 726 μέχρι τὸ 843) στὸ ̓Ανατολικὸ
Ρωμαϊκὸ Κράτος ἔχουμε τὶς νέες ὀνομασίες
(Κυριακὴ κ.λπ).
Στὸ Δυτικὸ Ρωμαϊκὸ Κράτος ὅμως παρέμει-
ναν μὲ τὴν ἴδια ὀνομασία μέχρι σήμερα: θυπάδγδοπηίαρ,
Γωπεςἱ-Μοπάαγ-Μοπίᾶαρ, ΜαΓάΙΜατίθάΙ,
ΜοτογδεάΙ-Μετοο[εά!, (αἱονεαά[-]ειαί,
γεπαά]- Ψεπάτεά!, αϊυτάαγ-απιδίαρ. Επέθαλε μάλιστα
γιὰ πρώτη φορὰ ὑποχρεωτικὴ ἀργία κατὰ
τὴ μέρα τοῦ Ἥλιου γιὰ ὅλες τὶς δη μόσιες ὑπηρεσίες,
δικαστήρια, ἐπαγγελματίες καὶ ἐργάτες
τῶν πόλεων. Ἐξαίρεση τῆς ἀργίας ἴσχυε μόνο
γιὰ τοὺς ἀγρότες λόγω τῶν εἰδικῶν καὶ ἀπρόόλεπτων
καιρικῶν συνθηκῶν, ποὺ ἐπηρεάζουν
τὶς ἀγροτικὲς δουλειές.
Τὰ πολλὰ φιλολαϊκὰ μέτρα τοῦ Κωνσταντίνου
καθὼς καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς δύναμης τῆς
ρωμαϊκῆς ὀλιγαρχίας ὁδήγησαν τὶς μᾶζες στὴν
αὐτοκρατορικὴ λατρεία καὶ θεοποίησή του,
ὅπως εἴχε γίνει παλαιότερα καὶ μὲ ἄλλους ἡγέτες
καὶ αὐτοκράτορες, ποὺ εἶχαν ἀντιταχθεῖ
στὴν ἄγρια λαϊκὴ ἐχμετάλλευση ἀπὸ τὴν ρωμαϊκὴ
φεουδαρχικὴ ὀλιγαρχια (Ἰούλιος
Καῖσαρ, Αὔγουστος, Νέρων, Διοχλητιανὸς
χ.λπ.). Ἢ θεοποίηση αὐτὴ μετατράπηκε ἀναΥκαστικὰ
γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς σὲ ἁγιοποίηση,
παρ ̓ ὅλον ὅτι ὁ δίος τοῦ Μεγάλου | Κωνσταντίνου
κάθε ἄλλο παρὰ θίος «ἁγίου» ἦταν. Τὸ ἂν
θαπτίστηχε, πρὶν πεθάνει, ἢ τὸν «δαφτίσανε»
κατὰ τὴν μυθοπλασία ποὺ ἀκολούθησε, δὲν ἀναΦέρεται
ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς τῆς ἐποχῆς.
Μετὰ τιμῆς
Ἐλευθέριος Κατσαθουνίδης
Τοπογράφος Μηχανικὸς Ε.Μ.Π.. ἐργολήπτης Δ.Ε.
̓Εκφαντίδου 0, 11634 ΑΘΗΝΑ
Ὃ δυϊσμὸς τοῦ Πυθαγόρα καὶ ὃ ἐνισμὸς τῆς Ἑλληνικότητας
̓ ̓Αγαπητὲ κύριε Λάμπρου,
Παρὰ τὴν ἐκτίμησή μου γιὰ τὸ περιοδικό σας
καὶ γιὰ τὸ ἔργο, ποὺ μέσα ἀπ ̓ αὐτὸ προσπαθεῖτε
νὰ προσφέρετε, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ κρύψω τὴν
ἀπογοήτευση, τολμῶ νὰ πῶ, ποὺ ἔνοιωσα διαθάζοντας
στὸ τελευταῖο τεῦχος τοῦ «Δαυλοῦ» (162)
τὸ ἄρθρο τοῦ χυρίου, ποὺ ὑπογράφει Σαράντος
Πάν, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τὶς θαρειὲς συνέπειες
τῆς «λαθραίας εἰσαγωγῆς» τοῦ Μηδὲν στὰ
Μαθηματικά.
Ἐπειδὴ λόγω ἰδιότητος ἀλλὰ καὶ γενικώτερου
ἐνδιαφέροντος ἔχω ἀσχοληθεῖ, ἀρκετὰ θὰ ἔλεγα,
μὲ ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ κείμενα, ἐπιτρέψτε μου νὰ
προθάλω τὶς ἀντιρρήσεις μου στὴν ἄποψη ὅτι ὁ
Πυθαγόρας εἶναι αὐτὸς ποὺ εἰσήγαγε τὸν δυΐσμό,
ἄποψη ποὺ ἀντικρούεται ἀπὸ τὴν δυαρχικὴ
ἀντίληψη τῶν ̓Ορφικῶν γιὰ τὴ σχέση σώματοςψυχῆς
(φυσικὰ εἰναι περιττὸ νὰ ἀναφερθῶ στὴ
χρονολογικὴ τοποθέτη ση τῶν ̓Ορφικῶν). Γιὰ
τοὺς ̓Ορφικοὺςἡ ἠ ἀνθρώπινη ψυχὴ εἶχε θεία προέλευση
καὶ κλείστηχε μέσα στὸ σῶμα (Φυλακί-
στηκε,λέει ὁ Πλάτων στὸν «Φαίδωνα») ἐξαιτίας
τοῦ πρωταρχικοῦ ἁμαρτήματος-παραπτώματος.
Πίστευαν στὸν ἐξαγνισμὸ τῆς ψυχῆς, ποὺ ἐπιτυγχάνεται
μὲ τὶς διάφορες μετενσαρκώσεις τοῦ
ἀνθρώπου πάνω στὴ γῆ. Ὃ Ὀρφισμὸς εἰσήγαγε
τὴ δυαρχικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴ ζωή. ̓Απορρίπτουν
οἱ ̓Ορφικοὶ τὴ γήινη ζωή, ἐπειδὴ δὲν θλέπουν σ ̓
αὐτὴ κανένα θετικὸ περιεχόμενο. Τὴ θεωροῦν ἆ ὡς
δοκιμασία. Σῶμα καὶ ψυχὴ εἶναι γι ̓ αὐτοὺς δύο
διαφορετικὲς μεταξύ τους ὀντότητες, ποὺ ἑνώθηκαν
μόνο προσωρινά.
Στοὺς «Ὕμνους» τοῦ ̓Ὀρφέως καὶ συγκεχριμένα
στὸν Ὕμνο τοῦ Απόλλωνος ΧΧΧΙν(«Ὄρφικά»,
1. Πασσᾶς, ἐκδόσεις ἐγκυκλοπαίδειας
«ΗΛΙΟΥ») διαδάζουμε: «4ιεχώρισες τὰ διατηρούμενα
στὴ ζωὴ φύλα συγκεράσας διὰ τῆς ἅρμονίας
τὴν παγκόσμμιον μοῖραν τῶν ἀνθρώπων (τὴ
μοῖρα - τὴ θέση τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸν κόσμο):
ἀνέμειξες ἐξίσου (καὶ μὲ τὴν ὑπάτη καὶ μὲ τὴ νεάτη)
τὸν χειμῶνα καὶ τὸ θέρος μὲ τὰς νεάτας καὶ
ἐσχημάτισες τὸ ὡραῖον Δωρικὸν ἄνθος τοῦ πο-