ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

164-165ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9831 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
26 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ηθική αξιολόγηση της Παλαιάς Διαθήκης — ΑΤΤΑΒΥΡΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 9831 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 164

Κείμενο φύλλου

Ε ΑΤΓΑΒΥΡΙΟΣ Ἠθικὴ ἀξιολόγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Ι. ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ο Ἰσχυρίζεται ἡ «Γένεσις», πὼς οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι στὸν κόσμο ἦταν ὁ ̓Αδὰμ καὶ ἡ Εὔα καὶ τὰ πρῶτα-πρῶτα παιδιὰ ὁ Κάιν καὶ ὁ ̓Αθελ. Βέθαια ἀργότερα Φτιάξανε πολλὰ ἀγόρια καὶ κορίτσια. Μὰ ὡς τὴ μέρα ποὺ ὁ Κάιν σκότωσε τὸν ̓Αθελ, πάνω στὴ Γῆ μόνο οἱ τέσσερις αὐτὲς ἀνθρώπινες ψυχὲς ἀναπνέανε. Κι ὅμως μὲ πολλὴ ἀφέλεια διηγεῖται, πὼς ὁ Κάιν μετὰ τὸν φόνο πῆγε ο ̓ ἄλλο τόπο, ποὺ ἐκεῖ, ὡς φαίνεται, παντρεύτηκε. ̓ Απὸ ποῦ λοιπὸν ξεφύτρωσε τὸ πέμπτο τοῦτο ἀνθρώπινο πλάσμα; (Γένεσις 4, 16-17). ο Ἡ ζωὴ τοῦ Ἰακὼό εἶναι μπερδεμένη μέσα σὲ ἀπάτες. Κλέδει τὰ πρωτοτόκια, ξεγελᾶ τὸν Λάθαν στὴν μοιρασιὰ τῶν κοπαδιῶν μὲ «κόλπο» καὶ μ ̓ ὅλα ταῦτα ἔχει τὶς εὐλογίες τοῦ δίκαιου Θεοῦ. “Όποτε ὁ Θεὸς «συναντοῦσε» τὸν Ἰακώθ, τὸν γέμιζε ὑποσχέσεις. Ἕνα 6ράδυ ὅμως ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται μπροστὰ στὸν Ἰακὼό καὶ τὸν ἀρχίζει στὸ ξύλο. “Ο Ἰακώθ, χωρὶς νὰ χάσει τὴν ψυχραιμία του, ἀρχίζει χι αὐτὸς νὰ δίνει καὶ νὰ παίρνει. Θεὸς καὶ Ἰακὼθ λαχάνιασαν νὰ παλεύουν ὥς τὴν ἄλλη μέρα, χαὶ κανενὸς ἡ ράχη δὲν «ἔφαγε χῶμα». Μόνο τὸ ἕνα πόδι τοῦ Ἰακὼό στραμπουλίστηκε κι ἀπὸ τότε ἔμεινε χουτσός. Παρακουράστηκχαν χι οἱ δύο καὶ τὰ παράτησαν, Οπότε ὁ Θεὸς γυρίζει καὶ τοῦ λέει: «Μπράθο, Ἰακώθ, εἶσαι γερὸς ἄντρας. Απὸ σήμερα ν ̓ ἀλλάξεις τ ̓ ὄνομά σου, Νὰ σὲ λένε Ἰσραήλ, δηλαδὴ δυνατὸ» (Γένεσις 22, 25-29). ο Συναντοῦμε τὸν Μωυσῆ πάνω στὸ Σινᾶ νὰ θόσχει πρόδατα. Ὃ Θεὸς μέσα ἀπὸ μιὰ 6άτο τὸν παροτρύνει νὰ γυρίσει πίσω στὴν Αἴγυπτο, γιὰ νὰ ξεσηκώσει τοὺς ἀγαπημένους του Ἑθραίους νὰ φύγουν. Μὲ τὰ πολλὰ παρακάλια δέχτηκε, Παίρνει τὴν γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ πιάνει τὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ. “Ὅμως στὰ μέσα τοῦ δρόμου ξεπετιέται μπροστά του ἕνας ἄγγελος Κυρίου μὲ πρόθεση νὰ τὸν σκοτώσει. Ξύπνια ἡ γυναῖκα του, ἡ Σεπφώρα, παίρνει μιὰ κοφτερὴ πέτρα, κόδει τὴν πέτσα ἀπὸ τὸ «πουλάκι» τοῦ παιδιοῦ της, τὴν ρίχνει στὰ πόδια τοῦ ἄγγελου: «Νὰ αἷμα, ἂν θέλεις», τοῦ λέει, κι ὁ ἄγγελος ἠρέμησε. Μὰ ὁ Θεὸς προγραμμάτισε μιὰ τόση σοδαρὴ ἐπιχείρηση καὶ τοῦ ξέΦυγε νὰ ἐνημερώσει τὸ ὑπηρετικό του προσωπικό; (Ἔξοδος 4, 24). οΒαδίζοντας γιὰ τὴν Χαναὰν οἱ Ἑθραῖοι, σὰν μάθανε πὼς οἱ Χανααναῖοι ἦταν καλοὶ πολεμιστές, δείλιασαν νὰ κάμουν ἐπίθεση. Θυμώνει ὁ Θεὸς καὶ θέλει νὰ τιμωρήσει τοὺς Ἑθραίους σκληρά. Ἐπεμθαΐνει ὁ Μωυσῆς καὶ τοῦ λέει: «Κύριε, μὲ τὸ συμπάθειο, θαρρῶ δὲν σκέφτεσαι σωστά. Ξέρεις, τί θὰ ποῦν, ἂν κάποια μέρα τὸ μάθουν οἱ Αἰγύπτιοι; Τοῦτος ἦταν ὁ Θεός, ποὺ μέχρι τώρα τοὺς προστάτευε;» (Αριθμοί 14, 1-24). «Σὰν νά ́χεις δίκιο, τοῦ ̓ πε τότε ὁ Θεός». Καὶ τοὺς συγχώρεσε. 9 Γιὰ νὰ φτάσουν οἱ Ἑδθραῖοι στὴν Χαναάν, μποροῦσαν νὰ πάρουν τὸν πιὸ κοντινὸ δρόμο, μὰ θὰ συναντοῦσαν τοὺς Φιλισταίους, πούταν γεροὶ πολεμιστές. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς σκέφτηκε: «Αν πιάσουν τὸν χοντινὸ δρόμο, θὰ φοθηθοῦν τοὺς Φιλισταίους καὶ θὰ ζητοῦν νὰ γυρίσουν πίσω στὴν Αἴγυπτο. Προτιμῶ τὸν μακρυνό, μέσ ̓ ἀπ’ τὴν ἔρημο. Θὰ χρειαστοῦν χρόνια, μὰ κάποτε θὰ φτάσουν» (Ἔξοδος 13, 17). Περίεργο δὲν εἶναι; Ὃ πανίσχυρος Θεὸς νὰ φοδᾶται τοὺς Φιλισταίους; Ὕστερα ἀπὸ τόσα σημεῖα καὶ τέρατα νὰ δείχνεται ἀνήμπορος; Μήπως Θεὸς καὶ Μωυσῆς εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα; Κι ὅμως οἱ Ἑδραῖοι δείλιασαν κι ὁ Θεός, λέει, ἔκαψε πολλούς, γιὰ νὰ συμμορφωθοῦν οἱ ἄλλοι (Αριθμ. [Π, ῦ. ο Ὁ Θεὸς μιὰ μέρα λέει τοῦ Μωυσῆ: «Νὰ πάρεις τόσα ξύλα μὲ τόσο μάχρος καὶ τόσο πάχος. Νὰ πάρεις τόσο χρυσάφι καὶ τόσο ἀσήμι. Θὰ τὰ θάλεις ἔτσι, θὰ τὰ καρφώσεις ἀλλιῶς καὶ θὰ μοῦ φτιάἕξεις τὴ Κιθωτὸ τῆς Διαθήχης. Ὕστερα νὰ φτιάξεις ἄμφια γιὰ τὸν ̓Ααρών, ποὺ νά ̓χουν τόσο μάκρος χαὶ τόσο φάρδος, τόσα στολίδια, τόσες ἐπωμίδες, τόσες κουμπότρυπες, τόσες...» (Ἔξοδος 25-29). Ὅμως γιὰ τὸ πῶς θὰ μπορέσει νὰ δικάσει σωστὰ ἐκεῖνον τὸν λαὸ δὲν ἐνδιαφέρθηχε καθόλου. Τὸν ἘῸ Ε.Α. (ψευδώνυμο) εἶναι καθηγητὴς τῆς Θεολογίας καὶ ἱερέας. Τὸ πρῶτο μέρος τῆς μεγάλης αὐτῆς ἔρευνάς του δημοσιεύθηκε στὸ τεῦχος 163, μηνὸς Ἰουλίου, σελ. 9753-9758.
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →